Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

Το δάκρυ του κρίνου της Γιώτας Φώτου

Το δάκρυ του κρίνου της Γιώτας Φώτου
Λένε ότι χρειάζεται να περάσουν τουλάχιστον πενήντα χρόνια από ένα γεγονός για να μπορέσει η ιστορία να το αντικρίσει αντικειμενικά. Κι αν το συμβάν αποτελεί μια μελανή κηλίδα για έναν τόπο ή για έναν λαό, αν συγκαταλέγεται στα «οικεία κακά» για τα οποία οι άνθρωποι κατεβάζουν τα μάτια στο χώμα και δεν θέλουν να το θυμούνται, τότε μπορεί η ενατένιση της γυμνής αλήθειας ν’ αργήσει κι άλλο επειδή οι πρωταγωνιστές αυτών των ιστορικών στιγμών ή οι απόγονοί τους δεν βρίσκουν εύκολα τη δύναμη να αγγίξουν τις πληγές τους από το φόβο μην ξαναματώσουν ή επειδή επιθυμούν να διαγράψουν από τη μνήμη, θάβοντας βαθιά στον τάφο της λήθης, τις σκιές που τους πονούν.
Υπάρχουν όμως κάποιοι άνθρωποι που τη λήθη τη θεωρούν ως μια λύτρωση που δεν τους αξίζει.
Άνθρωποι που παραδίνονται οι ίδιοι στα χέρια των Ερινυών ψάχνοντας από τη Θεία Δίκη την τιμωρία που δεν τους επιβλήθηκε από τους ανθρώπους.
Άνθρωποι που αδικήθηκαν, πόνεσαν και αδίκησαν στη συνέχεια αναζητώντας την απάλυνση του πόνου στη γεύση της εκδίκησης και τελικά διαπίστωσαν ότι αληθεύει εκείνη η φράση του Χριστού πώς όταν δώσεις μαχαιριά, μαχαιριά θα λάβεις, έστω κι αν πρώτος δέχτηκες την επίθεση του κακού.
Άνθρωποι που δεν παραδίδονται στη ζωή και όσα εκείνη προστάζει, αλλά για να ισορροπήσουν, παιδεύονται να αλλάξουν με κάποιο τρόπο την αίσθηση του τετελεσμένου αντί να τραβήξουν μπροστά.
Είναι εκείνοι που στη ζήση τους αναγκάζονται να παλεύουν με την ίδια τη Λήθη επειδή τη θεωρούν ύβρι για όσους πλήγωσαν ή έχασαν. Εκείνοι που αντί να ξεχάσουν, προτιμούν να εκδικηθούν και πολιτογραφούνται κάτοικοι της κόλασης.

Ένα τέτοιο πλάσμα είναι η βασική ηρωίδα του βιβλίου, η Μερόπη Ζήγρα. Τη γνωρίζουμε στις πρώτες σελίδες ως μια ιδιότροπη, μυστικοπαθή, ενενηντάχρονη γυναίκα που η εκκεντρικότητά της φτάνει στο σημείο να σκηνοθετήσει ως και το θάνατό της. Ορίζει το μέρος της ταφής της, ένα απόμερο, ξεχασμένο εγκαταλελειμμένο χωριό, ορίζει ακόμη και τον τάφο της, ανάμεσα σε δυο άλλους τάφους που φέρουν τα ονόματα των θανόντων Αντώνη Πάσχου και Γεσθημανής Μακρή, χωρίς να είναι διαφανείς οι λόγοι όλης αυτής της μακάβριας σκηνοθεσίας. Και το σημαντικότερο όλων, στο ξόδι της, φροντίζει με επιστολή μέσω του δικηγόρου της να έχει μονάχα δύο ανθρώπους να την ξεπροβοδίσουν: Τον Αντώνη Πάσχο και την Γεσθημανή Μακρή, συνονόματους με τους ομόρους της θανόντες.
Αυτή η εκκεντρικότητα της ηρωίδας αποτελεί και το πρώτο εξαίρετο λογοτεχνικό εύρημα της συγγραφέως με το οποίο εξάπτει την περιέργεια του αναγνώστη και κεντρίζει το ενδιαφέρον του για να διαβάσει την πολύ «πρωτότυπα» συγκλονιστική ιστορία που επακολουθεί.

Ο Αντώνης Πάσχος και η Γεσθημανή Μακρή, Μένη όπως τη φωνάζουν – συναντώνται για πρώτη φορά στη ζωή τους χάρι σ’ αυτό το μυστηριώδες κάλεσμα της εκκεντρικής κυρίας που τους συμπαραστάθηκε σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους χωρίς να έχει καμία απολύτως συγγενική υποχρέωση. Εξαρχής νιώθουν ιδιαίτερη έλξη μεταξύ τους και όταν συγκλονίζονται από τους δύο τάφους που φέρουν τα ονόματά τους, καθώς αναζητούν το ξετύλιγμα του κουβαριού του παρελθόντος και των μυστικών της Μερόπης, αναπτύσσεται ραγδαία μεταξύ τους ένα ασυγκράτητο ερωτικό συναίσθημα.

Όταν καταφθάνει δε στο σπίτι της Μερόπης και ο δικηγόρος της αποθανούσης δίνοντάς τους κάποιες πληροφορίες για το παρελθόν της ευεργέτιδάς τους, τότε το μυστήριο αρχίζει να φωτίζεται μέσω της δυναμικά λιτής στα πρώτα δυο κεφάλαια πένας της Γιώτας.
Στα κεφάλαια αυτά, η συγγραφέας που παίζει περίτεχνα με το γλωσσικό της ύφος ανάλογα με τις απαιτήσεις της αφήγησης και των όσων κάθε φορά πρέπει να φωτίσει, πιστεύω σκόπιμα επέλεξε ένα σχεδόν δημοσιογραφικό ύφος στο οποίο προέχει ο διάλογος και η κυριολεκτική, περιγραφική αφήγηση. Στόχος της, να σκιαγραφήσει το σκίτσο της ζωής της Μερόπης όπως το αντίκριζε ο περίγυρός της και να προσφέρει στον αναγνώστη με τρόπο γρήγορο, εύληπτο και απτό, τις απαραίτητες λεπτομέρειες για να ακολουθήσει τους δύο ήρωες στο ξετύλιγμα του μυστηρίου. Βήμα το βήμα ο αναγνώστης παρασύρεται στη γοητεία των μυστικών της Μερόπης και αδημονεί να μάθει τα όσα έκρυβε πίσω από τη σιωπή και την εκκεντρικότητά της.
Έτσι, από το διάλογο των δύο νέων και τις πληροφορίες του δικηγόρου πληροφορούμαστε ότι η Μερόπη επιστρέφει στην Ελλάδα από τη Βοστόνη μαζί με τον γιατρό σύζυγό της Μέμο Ζήγρα τριάντα χρόνια πριν και εγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη όπου γνωρίζει δύο οικογένειες την οικογένεια Πάσχου και την οικογένεια Μακρή προκαλώντας έκπληξη και επιφυλακτικότητα στην αρχή και στις δύο οικογένειες καθώς ζητά να αναλάβει όλα τα έξοδα των παιδιών τους Αντώνη Πάσχου και Γεσθημανής Μακρή αντίστοιχα.
Έκτοτε ισοβίως παραστέκεται στο πλευρό τους ως φύλακας άγγελος. Μάλιστα το κοριτσάκι της οικογένειας Μακρή το βαπτίζει η ίδια επιλέγοντας το σπάνιο και κάπως άκομψο όνομα Γεσθημανή. Στο κοριτσάκι αυτό πέρα από χρήματα δωρίζει και μια πανάκριβη συλλογή κοσμημάτων με κύριο διακοσμητικό στοιχείο έναν περίτεχνο σκαλισμένο κρίνο με κάποιο έμβλημα χαραγμένο πάνω στα κοσμήματα αυτά που εμπεριείχε τα γράμματα ν, ο, γ και α. Όταν όμως πεθαίνει ο Μέμος Ζήγρας κλείνεται στον εαυτό της και απομακρύνεται από τα δύο παιδιά εκ των οποίων η Μένη θυμώνει μαζί της γι’ αυτή την εγκατάλειψη. Αρνήθηκε πάντα να την αντιμετωπίσει σαν μια άρρωστη ψυχικά γηραιά κυρία.
Η Μερόπη πρόσφερε γενναιόδωρα την ψυχή και τα πλούτη της χωρίς να περιμένει καμία ανταπόδοση, νιώθοντας ίσως αυτή τη διαδικασία, σαν ένα είδος εξιλέωσης και κάθαρσης για το παρελθόν που η έμπειρη και ταλαντούχα πένα της Γιώτας Φώτου μας αποκαλύπτει στο τέλος, διατηρώντας αμείωτο το ενδιαφέρον έως τις τελευταίες σελίδες του έργου της.
Στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου που τιτλοφορείται «Αναζητώντας τη λύτρωση», η συγγραφέας μας ξεναγεί στο παρελθόν της Μερόπης Στεργιοπούλου και στο πώς εκείνη έγινε κυρία Μέμου Ζήγρα μέσα από μια μακρόχρονη και σπαρμένη πάλι με μυστικά και μυστήρια σχέση.
Η Μερόπη Στεργιοπούλου ούσα δασκάλα στην Ελλάδα, μεταβαίνει στη Βοστόνη όπου εργάζεται σε ελληνικό σχολείο και εξαιτίας της λιποθυμίας της κάποια μέρα στην τάξη, γνωρίζει τον γιατρό Μέμο Ζήγρα, γόνο πλούσιας οικογένειας και καρδιοκατακτητή ο οποίος για πρώτη φορά κατακτιέται ερωτικά από γυναίκα μόλις την αντικρίζει. Η Μερόπη Στεργιοπούλου όμως είναι προφανές ότι βασανίζεται από κάποια ψυχολογικής υφής προβλήματα τα οποία έχουν να κάνουν μ’ ένα παρελθόν που διατηρεί κρυφό. Ο Μέμος δεν επιχειρεί να διαρρήξει τα μυστικά της Μερόπης αλλά ενδιαφέρεται μόνο να της χαρίσει διεξόδους από τα βασανιστικά της συναισθήματα. Και τα καταφέρνει όταν σε μια έκθεση κοσμημάτων που παρακολούθησαν μαζί, η ίδια του δίνει εν αγνοία της τη λύση, αποκαλύπτοντάς του ότι θα την ενδιέφερε να φτιάχνει λουλούδια που δεν μαραίνονται και δεν αλλοιώνονται από το χρόνο.
Όταν ο Μέμος της χαρίζει τα απαραίτητα υλικά και σύνεργα, η Μερόπη μεγαλουργεί και δεν αργεί να αναδειχτεί σε εξαιρετική σχεδιάστρια κοσμημάτων. Τα έργα της γίνονται ανάρπαστα καθώς οι συλλογές της έχουν ως αποκλειστικό διακοσμητικό στοιχείο το λουλούδι του κρίνου, ωστόσο ποτέ και σε κανέναν δεν αποκαλύπτει το λόγο αυτής της εμμονής της. Της χρεώνουν με τον καιρό διάφορα σενάρια τα οποία η ίδια δεν μπαίνει στον κόπο να τα ανασκευάσει και μέσα από τη φιλική της έως τότε σχέση με τον Μέμο – έτσι πίστευε η ίδια παρότι εκείνος σιγόβραζε στο καμίνι του έρωτά του για την όμορφη γυναίκα – προσπαθεί να ανασυγκροτήσει τις ψυχικές της δυνάμεις.
Όταν ο Μέμος κάποια στιγμή εκδηλώνει τον έρωτά του, εκείνη συγκλονίζεται και αντιδρά σαν να αισθάνεται ενοχές για τα αισθήματα που ξεφυτρώνουν και στην δική της ψυχή. Καταφεύγει σε ψυχαναλυτή και έπειτα από αρκετές συνεδρίες καταφέρνει να βρει ένα κώδικα αποδοχής των αισθημάτων και του εαυτού της και να προβεί η ίδια στην πρόταση γάμου που ο Ζήγρας δίσταζε να της κάνει. Έκτοτε ζουν μαζί και κάθε επιθυμία της Μερόπης είναι για κείνον πρόσταγμα, αφού προηγουμένως η γυναίκα τού αποκάλυψε το μεγαλύτερο μέρος του μυστικού της παρελθόντος. Γίνεται έκτοτε συμπαραστάτης της και δέχεται περιχαρής την απόφασή της να επιστρέψουν στην Ελλάδα και να αναλάβει τη στήριξη των δύο παιδιών, του Αντώνη και της Γεσθημανής.
Ωστόσο, τα χρόνια πριν το ταξίδι και την εγκατάσταση της Μερόπης στη Βοστόνη συνεχίζουν να παραμένουν άγνωστα. Σε μια απόπειρα να φωτίσουν το σκοτάδι, η Μένη ανεβαίνει στην κάμαρα της νονάς της και σκαλίζει τα προσωπικά της αντικείμενα. Ανάμεσα σ’ αυτά βρίσκει μια φωτογραφία όπου απεικονίζονται δύο όμοιες γυναίκες εκ των οποίων είναι σαφώς η Μερόπη, ένας άντρας, και δύο παιδιά, ένα κορίτσι και ένα αγόρι. Βρίσκει επίσης ένα βάζο στο οποίο υπάρχουν ξεραμένα πέταλα κάποιου λουλουδιού.

«Όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ» τιτλοφορείται το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, όπως ακριβώς τιτλοφορείται και η επιστολή την οποία άφησε η Μερόπη λίγο πριν από το θάνατό της σε κάποια θυρίδα. Κλειδωμένα σ’ αυτή τη θυρίδα ήταν τα μυστικά της που έως τότε έμειναν καλά φυλαγμένα στην επτασφράγιστη σιωπή της.
Σ’ αυτή την επιστολή η Γιώτα Φώτου κάνει μια συγκλονιστική ανατροπή τόσο μυθιστορηματικά όσο και υφολογικά εκπλήσσοντας τον αναγνώστη και εντυπωσιάζοντας όποιον ασχολείται με την τέχνη και τις τεχνικές του λόγου. Σ’ αυτή την επιστολή οι αποκαλύψεις διαδέχονται η μια την άλλη από την αρχή έως το τέλος, παίζοντας μοναδικά με μυθολογικά στοιχεία και κυρίως με τις Ερινύες.
Γράφει:
Τα μάτια τους, αστραφτερά, η όψη μαύρη , η αναπνοή τους φλόγινη.
«Η νύχτα όσο μεγάλη κι αν είναι, γεννά κάποια στιγμή το ξημέρωμα» ξύνει την πληγή μου η πρώτη.
«Εσύ όμως δεν έμεινες στη νύχτα. Επέλεξες την κόλαση. Η κόλαση δεν έχει δρόμο επιστροφής», χαίρεται η δεύτερη.
«Μας ανήκεις τώρα, είσαι δική μας. Εσύ μας κρατάς στην παλάμη σου, μην το ξεχνάς», ξεφυσά η Τρίτη και από μέσα της βγαίνουν φίδια που με ζώνουν.
Μέσα από αυτή την ανατρεπτική σύλληψη για να μιλήσει για το παρελθόν, η Γιώτα δια χειρός και ψυχής Μερόπης δίνει απαντήσεις σε όλες τις απορίες του αναγνώστη. Πλέκει μια αναδρομή στο παρελθόν όχι μόνο των γεγονότων αλλά και των συναισθημάτων της ηρωίδας ενόψει συμβάντων που της ρήμαξαν ό,τι ονειρεύτηκε. Μέσα από τον μυθιστορηματικό της ιστό βρίσκει την ευκαιρία να κρίνει την πιο μελανή σελίδα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, τον Εμφύλιο, τότε που ο αδερφός σκότωνε τον αδερφό και να αποδείξει με την ιστορία της ηρωίδας της πόσο εξωφρενικό και αυτοκαταστροφικό συναίσθημα μπορεί να αποδειχτεί η εκδίκηση οδηγώντας στο φαύλο κύκλο του μίσους και στην παράδοση της ψυχής στο σκοτάδι των Ερινυών.
Σ’ αυτή την ενότητα ο αναγνώστης μαθαίνει για ποιο λόγο η Μερόπη έχει παραδοθεί τόσο απόλυτα στις ενοχές της, ποια φαντάσματα την καταδιώκουν, για ποιο λόγο οραματίζεται στην παλάμη της ένα κόκκινο δακρυσμένο κρίνο, τι συμβολίζουν τα γράμματα που χαράσσει πάνω στα κοσμήματά της, για ποιο λόγο επέλεξε να συμπαρασταθεί στον Αντώνη και τη Μένη, για ποιο λόγο διάλεξε ο τάφος της να βρίσκεται ανάμεσα σε δυο νεκρούς με τα ίδια ονόματα, για ποιο λόγο έζησε όλη της στη ζωή περιστοιχισμένη από σκοτάδι και μυστικά.
Εντυπωσιακό είναι σ’ αυτό το τρίτο κεφάλαιο το γεγονός ότι οι αποκαλύψεις χτυπούν την καρδιά του αναγνώστη κατά κύματα. Πάνω που νομίζει ότι τα μυστικά της Μερόπης αποκαλύπτονται μόλις πληροφορείται για την εικονική πραγματικότητα που η ίδια έστησε και μέσα στην οποία θωρακίστηκε για να αντέξει τη ζωή και τις ενοχές της, διαπιστώνει ότι έρχεται δεύτερο ισχυρότερο κύμα μυστικών να τον συγκλονίσει.
Κι αυτό συμβαίνει όχι μόνο γιατί τα περιγραφόμενα γεγονότα είναι συνταρακτικά και απρόσμενα αλλά για τον επιπλέον λόγο ότι η Γιώτα κάνει μια υφολογική ανατροπή όπως ταιριάζει στην υπόθεσή της. Από την τριτοπρόσωπη αφήγηση μεταβαίνει στην πρωτοπρόσωπη, «φορώντας» την υπόσταση της ίδιας της ηρωίδας και κουβαλώντας όλες τις συναισθηματικές αποχρώσεις και τον ψυχισμό της Μερόπης. Γίνεται η ίδια Μερόπη και μας αποκαλύπτει άμεσα, όπως θα περιέγραφε σε μια εξομολόγηση τα μυστικά και τις αμαρτίες της για να εξιλεωθεί.
Η γλώσσα της Γιώτας στο τελευταίο κεφάλαιο έχει την συγκινησιακή φόρτιση και την γκάμα των αισθημάτων εκείνων που κάνουν τον αναγνώστη χωρίς ανάσα να αναζητήσει τη λύτρωση ταυτόχρονα με την ηρωίδα βιώνοντας την τέχνη του λόγου με την ένταση και την έξαρση του θεατή μιας αρχαίας τραγωδίας.
Φυσικά δεν πρόκειται να αποκαλύψω τη συνέχεια. Σας καλώ να αναζητήσετε τα μυστικά της Μερόπης Στεργιοπούλου κατακτώντας τα σελίδα σελίδα μέσα από αυτό το εξαίρετο βιβλίο που μας χάρισε η συγγραφέας επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά ότι είναι μια δημιουργός που δεν την αφορούν οι εύκολες και εύπεπτες λύσεις αλλά αναζητά πάντα το διαφορετικό, ό,τι ουσιαστικά απαιτεί η πηγαία και αυθεντική λογοτεχνία! Στην άποψη αυτή είχα καταλήξει από τη στιγμή που διάβασα τα Βιολιά της Χαράδρας και να που τώρα, για δεύτερη φορά η Γιώτα Φώτου επιβεβαιώνει την κρίση μου.
Καλοτάξιδο!

Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

AΓΑΣΤΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΛΛΙΟΝΤΖΗ

Αγαστή Συνεργασία της Αναστασίας Καλλιοντζή
Γενικά περί συγγραφής...
(μήπως έχουμε χάσει την πυξίδα; Μήπως έχουμε χάσει το όνειρο;)
Κείνο που με τρώει, κείνο που με σώζει
Είναι που ονειρεύομαι σαν τον Καραγκιόζη

Όπως τραγούδησε και ο Σαββόπουλος, στίχοι ψυχής που θα μπορούσαν να είναι ο ύμνος των απανταχού συγγραφέων και ποιητών της Υφηλίου και στο παρόν και στο παρελθόν και στο μέλλον. Των συγγραφέων που κάνουν βουτιά στο κοινωνικό γίγνεσθαι, που παραδίνονται στους κραδασμούς των φιλοσοφικών αναζητήσεων του ανθρώπου, που γράφουν επειδή αισθάνονται πως, αν δεν το κάνουν, θα πάθουν ασφυξία. Των συγγραφέων που όλο σκαλίζουν τα δρώμενα της κοινωνίας από τη μια και τρώνε τη σάρκα της ψυχής τους απ’ την άλλη, γιατί έχουν ανάγκη, κάπως να αντιδράσουν για τα κακώς κείμενα του κόσμου μας.
Γιατί εδώ που τα λέμε, είναι αδιαμφισβήτητο ότι υπάρχει στις μέρες μας μια πνευματική καθίζηση αφενός λόγω της νωχέλειας του «δε βαριέσαι» που είναι το ρητό του νεοέλληνα κι αφετέρου λόγω του ότι στην Ελλάδα πλημμυρίσαμε από συγγραφείς ενώ οι αναγνώστες τείνουν να γίνουν είδος προς εξαφάνιση. Κι όταν μιλάμε για αναγνώστες, δεν εννοούμε αυτούς που απλώς έχουν ανάγκη να περάσουν την ώρα τους μ’ ένα βιβλίο κι ούτε φυσικά είναι κατακριτέο κάτι τέτοιο. Εννοούμε εκείνους που απαιτούν από το βιβλίο που θα διαβάσουν, όταν το κλείσουν να γίνουν κατά τι έστω πιο οξύνοες, πιο ευαίσθητοι, πιο παρατηρητικοί, πιο χαρούμενοι, πιο σκεπτόμενοι.

Η συγγραφέας και οι στόχοι της
(Πώς να μιλήσεις για ένα έργο, αν δεν γνωρίζεις τις προθέσεις του δημιουργού;)
Θεωρώ τον εαυτό μου κατάλληλο να μιλήσω για το συγκεκριμένο έργο για τον επιπλέον λόγο ότι γνωρίζω αρκετά καλά τη δημιουργό του. Σε πολλές από τις συζητήσεις που έχουμε κάνει με την Αναστασία, είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι ετούτο το βιβλίο το έγραψε με πάσα ειλικρίνεια και εντιμότητα και με καθαρή πρόθεση να βάλει ένα λιθαράκι στην αφύπνιση του νεοέλληνα, να του σημάνει τον κώδωνα του κινδύνου για την πνευματική ένδεια και νωχέλεια που τον έχει καταβάλει.
Θέμα και στόχος του βιβλίου
Το βιβλίο έχει ένα βαθιά καταγγελτικό και συνάμα φιλοσοφικό χαρακτήρα, μ’ έναν καθηλωτικό τρόπο, που δεν σ’ αφήνει στιγμή να το αφήσεις από τα χέρια σου. Ξεκινάει από την ιδέα και προχωρεί στην ιστορία μιας και η ιστορία είναι το μέσο για να εξασφαλίσει η ιστορία την κοινωνία του αναγνώστη με το μήνυμά της. Καθώς γνωρίζω και την πληθωρική προσωπικότητα της συγγραφέως του είχα την αίσθηση ότι είχα την Αναστασία πάλι στο τραπεζάκι μας, να μου μιλάει και να απολαμβάνω το χειμαρρώδη της λόγο γεμάτο από πείσμα και αγανάκτηση γι’ αυτούς τους έσχατους καιρούς.
Θέμα του βιβλίου, η διαφθορά και η παντελής έλλειψη της αξιοκρατίας και της εντιμότητας στα κοινωνικά και πολιτικά κατ’ επέκταση δρώμενα της Ελλάδος.
Καταγγέλλει την αναξιοκρατία στην κατάληψη των διαφόρων πανεπιστημιακών θώκων κατ’ αντιδιαστολή με την πλήρη διαφάνεια και αξιοκρατία που επικρατεί στα ξένα πανεπιστήμια.
Καταγγέλλει την έκπτωση των αξιών εν όψει του βολέματος και της μύησης στη θρησκεία του Μαμμωνά ακόμη και από κάποιους υπερθεματιστές των αξιών της αριστεράς, που χωρίς ενδοιασμό ξεπούλησαν τα παχιά λόγια που έλεγαν άλλοτε κι έκαναν μακροβούτι στις πολυτελείς πισίνες και στα φουαγκρά.
Καταγγέλλει την θεματολογική ένδεια της σύγχρονης λογοτεχνίας και τους λογοτέχνες που γράφουν χωρίς να έχουν κάτι να πουν, ή γράφουν αφουγκραζόμενοι την ανάγκη του νωχελικού έλληνα να ακούσει όσα δεν θα του θίγουν «οικεία κακά», περιοριζόμενοι σε ανάλαφρα ερωτικά θέματα. Επιχειρεί μάλιστα μια βαθειά ερμηνεία του φαινομένου με παρατηρήσεις καίριες και ουσιώδεις.
Καταγγέλλει αυτή τη φορά τα κακώς κείμενα στον εκδοτικό χώρο, την άλλη πλευρά της σύγχρονης διανόησης, το χώρο που φροντίζει για τη διάδοση και τη διατήρηση του στοχασμού του νεοέλληνα, όπου δυστυχώς τα κριτήρια κάποιες φορές είναι κατεξοχήν υλιστικά. Εκδίδονται βιβλία με κύριο κριτήριο τον ευπώλητο ή μη χαρακτήρα τους μόνο κι επιπλέον ψίθυροι όντως υπάρχουν στα πηγαδάκια των συγγραφέων ότι πέφτουν θύματα οικονομικής εκμετάλλευσης από εκδότες, υπόνοιες δυστυχώς αναπόδεικτες αφού δεν υπάρχει διαφάνεια και τρόπος ελέγχου.
Καταγγέλλει επίσης, τις ενώσεις λογοτεχνών που δυστυχώς κάποιες φορές μετατρέπονται σε άνδρα ψευδοκουλτούρας προωθώντας τα έργα των υμετέρων και δεν ασκούν καμία συνδικαλιστική δράση για την βελτίωση ζωής και τα δικαιώματα εν γένει του συγγραφέα στην Ελλάδα. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι άνθρωποι αφοσιωμένοι στη συγγραφή, δεν έχουν την ελπίδα ούτε μιας στοιχειώδους σύνταξης.
Καταγγέλλει, την καταρράκωση των ανθρώπων με ιδανικά και την επικράτηση εκείνων που πατούν επί πτωμάτων για την επίτευξη της κοινωνικής και οικονομικής τους ανέλιξης.
Καταγγέλλει τις προσωπικές ανθρώπινες σχέσεις, στις οποίες έχει εκλείψει η εμπιστοσύνη και ο αλληλοσεβασμός καθώς έχουν μετατραπεί σε ατέρμονες οικονομικές δοσοληψίες και περιγράφει με αστείρευτο χιούμορ την εκμηδένιση του ανθρώπινου, ψυχικού παράγοντα.
Καταγγέλλει, θα έλεγα τον ίδιο τον έρωτα, αντιμετωπίζοντάς τον με τον πιο ωμό όσο και γνήσια αληθινό τρόπο καταστροφής ενός ανθρώπου, και η οπτική της αυτή με οδηγεί να χαρακτηρίσω το έργο της πέρα από καταγγελτικό και αντι-ροζ. Ο έρωτας των δύο ηρώων της Αναστασίας είναι ένας έρωτας της σάρκας, χυμώδης και αχόρταγος χωρίς καρδούλες, ηλιοβασιλέματα και ροζ συννεφάκια. Ένας έρωτας που εξελίσσεται δυστυχώς σε δεσμά μονομερούς αγάπης απ’ την πλευρά του ήρωά της. Ο έρωτας του Κωνσταντίνου μετουσιώνεται σε αίσθημα απόλυτης παράδοσης και αφοσίωσης, ενώ για τη Μυρτώ ο έρωτας είναι απλώς το χαλινάρι για να μετατρέψει τον Κωνσταντίνο σε άλογο κούρσας.

Εκφραστικά μέσα, δομή, γλώσσα, ύφος και ήθος
(Στη λογοτεχνία δεν έχει σημασία μόνο το τι αλλά και το πώς)
Είναι γεγονός ότι κάθε βιβλίο για να είναι πετυχημένο και να περάσει στο κοινό τα μηνύματα που στοχεύει να περάσει, πρέπει να βρεθεί η κατάλληλη φόρμα, η κατάλληλη δομή και γλώσσα και συνάμα η κατάλληλη ιστορία για να αποτελέσει το κοστούμι του μηνύματος.
Κάποτε ένας θεατρικός συγγραφέας, από τους καλύτερους νεοέλληνες, ο Γιώργος Χασάπογλου μου είπε ότι για να γράψεις κωμικό έργο πρέπει το θέμα σου να είναι εξαιρετικά σοβαρό.
Αυτό το δόγμα προφανώς το κατέχει πολύ καλά η Αναστασία. Πάντρεψε στο βιβλίο της το χιούμορ με το τραγικό στοιχείο, ακολουθώντας ίσως αριστοφανικές οδούς συνδυασμένες με παρεμφερείς εκφραστικούς τρόπους με εκείνους του Μπουκόφσκι του οποίου μνεία κάνει συχνά στο έργο της. Είναι απόλυτα σαφές από τον τρόπο που εκφράζει τις σκέψεις της, ότι υπάρχει ένα πολυποίκιλο και βαθύ υπόστρωμα διαβασμάτων που τροφοδοτεί τη λογοτεχνική εκφορά του λόγου της και επηρεάζει σαφέστατα τη θεματολογία με την οποία έχει επιλέξει να ασχοληθεί. Τα κρεσέντα της, μια ή δυο λέξεις συνήθως, έχουν τη συγκινησιακή φόρτιση και τη δυναμική της εικόνας. Φωτογραφίζουν την ψυχή και τη δίνουν γυμνή στον αναγνώστη με όλη την έμφαση της αλήθειας που αντιπροσωπεύουν. Η συγγραφέας έχει την αίσθηση του μέτρου. Ξέρει πότε πρέπει να πει πολλά και πότε λίγα, πότε να αμολήσει καλούμπα και πότε να κρατήσει γερά το σκοινί για να πετάξει ψηλότερα ο αϊτός της. Και πιστέψτε με, τούτος ο αίτός της Αναστασίας θα φτάσει πολύ ψηλά και πολύ μακριά. Απογυμνώνει την ψυχή του ήρωά της προκειμένου να ντύσει όσο καλύτερα την ιδέα της, τόσο που η γύμνια αυτή του ήρωα, γίνεται από μόνη της η ιστορία της.
Η Αναστασία κατ’ εμέ αποδείχτηκε τέλεια... ράφτρα. Έφτιαξε μια ιστορία με ραφές άψογες, με πιέτες απίστευτες, με επιλογή του καλύτερου υφάσματος για να φτιάξει το κοστούμι των ιδεών της. Ούτε μια στιγμή δεν ένιωσα ότι δογματίζει. Βγαίνει πηγαία από μέσα της η αγανάκτηση για τα κακώς κείμενα και καταγράφεται ατόφια, με την αυθόρμητη σκέψη του νεοέλληνα που μόνο μες στο σπίτι του ή στους οικείους του κατατίθεται με τόση ορμή και τόση φρεσκάδα. Η Αναστασία δεν καταδέχεται να φτιασιδώσει και να κατεργαστεί τη σκέψη. Την καταθέτει στο χαρτί όπως είναι, για να μην της στερήσει ούτε ίχνος απ’ τη δυναμική της ψυχής που γίνεται ελεγχόμενη και υποτονική όταν ο εγκέφαλος επιχειρήσει να την μετατρέψει σε πιο κόσμια διατύπωση.
Ίσως, κάποιος μη συνηθισμένος στον τρόπο έκφρασης της Αναστασίας να πει διαβάζοντας τις πρώτες σελίδες της: θα της βάλω πιπέρι στο στόμα! Τόσο όμορφη γυναίκα και λέει τόσες κακές λέξεις! Όταν όμως προχωρήσει λίγο και νιώσει την αγανάκτηση και την αλήθεια που βγάζει η γλώσσα της Αναστασίας τότε σίγουρα θα αισθανθεί πόσο ισχυρός είναι ο ηθικός της κώδικας!
Οι ήρωες
(αν τους ήρωες δεν τους νιώθεις να κινούνται δίπλα σου, να τους μυρίζεις, να τους ακούς, να τους φαντάζεσαι, τότε η λογοτεχνία δεν έχει πετύχει το σκοπό της)
Όπως ήδη κατέθεσα, όλο το βιβλίο με καθήλωσε. Θα σταθώ όμως σε τούτη τη φράση που αποκρυπτογραφεί όλο το μεγαλείο του ήρωά της:
Ξεκρέμασε από τον τοίχο τα πτυχία του, του Εθνικού και Καποδιστριακού και της Σορβόνης, τα πήγε στο μπάνιο και τα έκαψε. Άφησε τις στάχτες επίτηδες στη μπανιέρα. Δεν τις ξέπλυνε.
Ο ήρωας της Αναστασίας, μ’ ένα όνομα βαρύ σαν ιστορία, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, είναι ένας Δον Κιχώτης του κόσμου μας, ένας συγγραφέας που γράφει από ψυχής και όχι σύμφωνα με ό,τι μπορεί να έχει πέραση. Ο Κωνσταντίνος είναι πλασμένος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της δημιουργού του και ίσως γι’ αυτό τόσο αληθινός. !Είναι ένας συγγραφέας που πρώτα ζυμώθηκε με τη γνώση, πρώτα διάβασε κι έλιωσε παντελόνια κι έπειτα αποφάσισε να δοκιμάσει να γράψει. Κι έγραψε για να βγάλει από μέσα του κάτι που τον βάραινε, όχι με ορίζοντα να πουλήσει αντίτυπα αλλά για να εξωτερικεύσει την ψυχή του.
Πούλησε βέβαια, αγαπήθηκε, όπως αργά ή γρήγορα το κοινό διακρίνει το αυθεντικό από το ψεύτικο. Αλλά ο στόχος ήταν ο εξαγνισμός της δικής του ψυχής και όχι η αποχαύνωση των άλλων και η συνέχιση της ψευδαίσθησης ότι όλα βαίνουν καλώς. Γόνος μιας εντίμως και πιστής στις ιδέες της οικογένειας και γαλουχημένος με ιδεώδη και αξίες, νιώθοντας εμπιστοσύνη στους ανθρώπους επειδή πίστευε ότι όλοι λειτουργούν σαν κι αυτόν, αποδείχτηκε αφελής τόσο στον έρωτα όσο και στις επαγγελματικές του δραστηριότητες. Η χιουμοριστική προσέγγιση της ηθογραφίας του νεοέλληνα είναι εξαιρετική. Ένιωθα όσο το διάβαζα ότι η μάνα της Μυρτώς με το λαμέ φουστάνι και ο κοιλαράς πατέρας της με τις χρυσές αλυσίδες και το νύχι στο μικρό δάχτυλο ήταν καθισμένοι στον καναπέ αντίκρυ μου και περίμεναν να τους τρατάρω.
Όλο το βιβλίο θα μπορούσε να γίνει μια εξαιρετική ταινία από εκείνες τις παλιές, τις υπέροχες, απ’ τις οποίες η Αναστασία δανείζεται ατάκες για να ενδυναμώσει το χιούμορ και εν γένει το λόγο της και να σκιαγραφήσει αρτιότερα τους ήρωές της οι οποίοι είναι απόλυτα διαφανείς ως χαρακτήρες στο βιβλίο.
Θα μπορούσαμε να πούμε πολλά ακόμη αλλά ένα βιβλίο η αλήθεια είναι ότι αυτοσυστήνεται καλύτερα από οποιαδήποτε κριτική και ανάλυση κάνουν γι αυτό. Όσα και να σας πω, εκείνο που μετράει είναι να παραδοθείτε στις σελίδες του και ν’ αφεθείτε στη γραφή της Αναστασίας να δονήσει την ψυχή σας όπως συγκλόνισε και τη δική μου!

Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

ΔΕΡΜΑ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΟ ΑΛΑΤΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ ΓΡΙΒΑ

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΡΙΒΑΣ

Δέρμα που γνώρισε το αλάτι...

Αλάτι... πρώτη ύλη της μαγειρικής, συστατικό του αίματος, μέσο βασανιστηρίου όταν πέφτει πάνω σε μια ανοιχτή πληγή... Μέσο συντήρησης τροφής και συνάμα βασική ουσία του θαλασσινού νερού...
Δέρμα που γνώρισε το αλάτι... Δέρμα που ψήθηκε, αφού πόνεσε, αφού υπέφερε, αφού πρώτα υπέμεινε το βασανισμό της άρμης...
Και ο τίτλος της συλλογής διηγημάτων του Περικλή Γρίβα δανεισμένος από την ιταλίδα σεναριογράφο Vanna de Angelis, σηματοδοτεί κυριολεκτικά και μεταφορικά αυτή τη συλλογή των διηγημάτων του κουμπώνοντας άψογα με τον ψυχισμό και τα δεινά των ηρώων του αλλά και με τον ερωτικό τρόπο που ο συγγραφέας αντιμετωπίζει τη γραφή, άλλοτε σαν ίαση μιας παλιάς πληγής κι άλλοτε σαν επώδυνο μαρτύριο...
«Με οδύνη και πάθος, συναισθήματα αταίριαστα, ανθίζει σε σελίδες λευκές αποτελώντας ίαση σε όσα μας πονούν, φανερά ή κρυφά, γλυκά ή οδυνηρά» παρατηρεί ο ίδιος στον έξοχο πρόλογό του.
Γιατί και στα τρία διηγήματα του συγγραφέα οι ήρωες πρώτα νιώθουν τις πληγές τους ν’ ανοίγουν και να ψάχνουν απεγνωσμένα τη λύτρωση κι έπειτα «ψήνονται», καθώς βρίσκουν τις απαντήσεις που καταφέρνουν να καλμάρουν τον πόνο.

Τον Περικλή Γρίβα τον γνώρισα τυχαία μέσα από το ιστολόγιό μου όπου τοποθετείτο σε θέματα που κατά καιρούς αναρτούσα και μέσω της ιστοσελίδας του εκδότη μου όπου κατέγραφε τις απόψεις του για διάφορα βιβλία. Διέκρινα εξαρχής έναν πολύ απαιτητικό και ψαγμένο αναγνώστη λογοτεχνίας που γύρευε μέσα στο χείμαρρο της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής το κάτι διαφορετικό, θεματολογικά, υφολογικά και γλωσσικά. Δεν άργησα να καταλάβω ότι δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά τα πράγματα αφού και ο ίδιος είναι τόσο διαφορετικός, μοναδικός και ευαίσθητος ως προσωπικότητα. Όταν τον γνώρισα από κοντά, τότε ήταν που στοιχημάτισα με τον εαυτό μου ότι αυτός ο άνθρωπος πρέπει να γράφει το ίδιο μοναδικά και όταν μου εμπιστεύτηκε δυο από τα τρία διηγήματα που εμπεριέχονται σ’ αυτή τη συλλογή, επιβεβαιώθηκε αυτή μου η υποψία.
Μιλήσαμε νομίζω τότε και του είπα μόνο μια λέξη : Το ‘χεις. Και το πιστεύω. Έχεις το χάρισμα και καλλιέργησέ το. Ξενύχτισε πάνω απ’ τις λέξεις κι αυτές θα σε ανταμείψουν. Η φλόγα άναψε και αυτό που κρατώ σήμερα στα χέρια μου με κάνει ιδιαίτερα περήφανη για κείνον. Όταν μάλιστα ανακάλυψα και την ποιητική του φλέβα, το παζλ της λογοτεχνικής πτυχής της προσωπικότητάς του ολοκληρώθηκε. Ήξερα και ξέρω φυσικά πολύ καλά ότι έχουμε να περιμένουμε πολλά από κείνον. Γιατί η οπτική με την οποία ο Περικλής αντιμετωπίζει τη λογοτεχνία έχει ως βάση της το δέος και τη σοβαρότητα απέναντι στο έργο που αναλαμβάνει η πένα του να παίξει. Τον γνωρίζω αρκετά ώστε να ξέρω πως είναι απόλυτα ειλικρινής όταν γράφει ότι η γραφή είναι ίαση, και ότι λυτρώνεται μέσα από την έκφρασή του. Γι’ αυτό ετούτα τα διηγήματα ακόμη και για τον πιο έμπειρο αναγνώστη είναι γραμμένα με ιδιαίτερη προσοχή και είναι αργασμένα όπως το δέρμα που ψήνεται απ’ το αλάτι. Τα κείμενα και τα τρία είναι κεντήματα εικόνων, συναισθημάτων και στοχασμών. Ρούχα εξαίσια υφασμένα για τις μοναδικές ιδέες που είναι καλά κρυμμένες από κάτω χωρίς να αφήνουν να φανεί. ούτε τη φόδρα του άχρηστου στη λογοτεχνία δογματισμού. Όμως η ιδέα υπάρχει, πρωτοστατεί και υποβάλλει προβληματισμούς. Αλλά και ο λόγος, όμορφα χτενισμένος, με έναν αρμονικό εσωτερικό ρυθμό που σε παρασύρει στην ανάγνωση, χωρίς πλουμίδια περιττά στοχεύει στην καρδιά του αναγνώστη και τον κάνει να νιώσει πρώτα στην ψυχή του τα νοήματα κι έπειτα να οδηγηθεί στην νοητική τους επεξεργασία. Πρωταγωνιστής και στα τρία διηγήματα – Θέ μου τι εύρημα – το ανθρώπινο δέρμα! Στο πρώτο ως καταπιεσμένη σάρκα μιας γυναίκας η οποία έπρεπε να τιθασευτεί και ν’ αλλάξει τη φύση της, στο δεύτερο ως σημαδεμένη επιδερμίδα μ’ ένα τατουάζ που συμβόλιζε το πένθος μιας μάνας, και στο τρίτο, ως σάρκα άρρωστη, τρυπημένη και σημαδεμένη από τη μάστιγα των ναρκωτικών. Μαέστρος ο Περικλής Γρίβας όχι μόνο στη συγγραφή ενός διηγήματος αλλά ακόμη και στη σύλληψη της έννοιας της συλλογής διηγημάτων εφόσον βρήκε αυτό τον ευρηματικό τρόπο να δέσει τις τρεις φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους ιστορίες!

Το πρώτο ομώνυμο διήγημα είναι η κραυγή απελπισίας των πλασμάτων που έζησαν τη ζωή που άλλοι τους όρισαν. Το διήγημα σε πρώτο επίπεδο αναφέρεται στις καταπιεσμένες γυναίκες της Αλβανίας, ευρύτερα όμως μου έφερε στη σκέψη τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη κι ένα κοινό πεπρωμένο που οι γυναίκες φορτώθηκαν στις αδύναμες ράχες τους για αιώνες. Η διατύπωσή του είναι ένας δυναμίτης που ανατινάζει το σκοτάδι ενός ρατσισμού που μακροχρόνια σκέπασε το γυναικείο φύλο στερώντας του το δικαίωμα να αναπνεύσει το οξυγόνο του αυτοκαθορισμού και της αυτοδιάθεσης. Η Λένα, η επονομαζόμενη Λένος γιατί έτσι το θέλησε απλά η μάνα, κάτω από την πίεση των ηθών και την νοητική και συναισθηματική υπανάπτυξη ανθρώπων που απόμειναν κι αυτοί νοητικά και ψυχικά ανάπηροι από ξένες αποφάσεις, υποβάλλεται στην πιο αλλόκοτη μεταμόρφωση: Από θηλυκό βιώνει οδυνηρά την άρνηση της φύσης της γιατί έμεινε η οικογένεια χωρίς αρσενικό προστάτη κι έπρεπε κάποιος να αναλάβει τούτο το ρόλο. Κλήρωσε να τον αναλάβει η Λένη. Της κόβουν τα μαλλιά, την ντύνουν αντρικά, με τον καιρό αποκτά μούσκουλα και πλάτες, τη μαθαίνουν να χειρίζεται το ντουφέκι, να νιώθει ντροπή και φόβο όταν νιώθει τη «γλύκα» που γυρεύει το κορμί κάθε γυναίκας, μαθαίνει να ντρέπεται για τα γυναικεία χαρακτηριστικά του σώματός της και να το κρύβει. Το στήθος πιέζεται κάτω από λωρίδες ύφασμα που εξαφανίζουν με το χρόνο την γυναικεία της υπόσταση. Κι έτσι, γίνεται ο προστάτης του μισερού, της ανάπηρης αδερφής του, με όλη την έννοια της προστασίας όμως που ένα αρσενικό δίνει στη λέξη αυτή. Η πλοκή στη συνέχεια κόβει την ανάσα. Μια σειρά γεγονότων έρχεται να αποδείξει ότι η μεταμόρφωση του Λένου είναι και συναισθηματική καθώς δεν ανέχεται το γεγονός ότι η αδερφή του ερωτεύεται και αυτοκαθορίζεται. Όταν αργότερα θα συνειδητοποιήσει αυτή τη μεταμόρφωση και το ανεπίστρεπτο λάθος που έχει διαπράξει, καθώς η αλλαγή της την οδήγησε να γίνει το πλάσμα που άλλοτε μισούσε, τότε είναι που γυρεύει την επιστροφή της ψυχής της σε ό,τι πιο αγνό θυμάται απ’ τον αλλοτινό της εαυτό. Στο άρωμα της λεβάντας που σφράγισε την αγνή εποχή της ζωής της, προτού την αλλοιώσουν οι ανθρώπινες ανόητες ιδέες... Σε απόλυτη αρμονία η σκληρότητα και η ευαισθησία, καλά ζυγισμένες στην παλάντζα μιας προσεκτικής προσέγγισης ενός εύθραυστου και ευαίσθητου θέματος που ούτε στιγμή από την πένα του Περικλή δεν ολισθαίνει προς το μελόδραμα....

Μια εξομολόγηση αποτελεί και το κύριο σώμα του δεύτερου διηγήματος η Τοντόρα. Πρωταγωνίστρια και πάλι μια βασανισμένη γυναίκα, μια γυναίκα που στην τρυφερή πρώτη νιότη της παντρεύεται με ένα δύστροπο και ανίκανο μεγάλης ηλικίας άντρα, μόνο και μόνο για να ξαλαφρώσει ο πατέρας της από ένα στόμα. Η μοίρα της γυναίκας πάλι σε πρώτο πλάνο, αποδίδεται άψογα από τον Περικλή. Λέξεις λιτές αλλά με τον τρόπο που τοποθετούνται σχηματίζουν έναν κώδικα τόσο ισχυρό που ξεπερνά τα όρια της αφήγησης και γίνεται γροθιά στο στομάχι του αναγνώστη και συνάμα μια βουβή διαμαρτυρία κι ένα γιατί για τα γυναικεία δεινά αιώνες τώρα. Σ’ αυτό το διήγημα ωστόσο εκείνο που καθαγιάζεται είναι η μητρότητα και ο καταλυτικός της ρόλος στην ψυχική ισορροπία. Το πεπρωμένο για την ηρωίδα είχε επιφυλάξει μια κατάρα και ένα ισόβιο πένθος. Ένα σκυλί αλυχτάει άγρια μες στο διήγημα προοικονομώντας τη λήξη μιας ευτυχίας που έρχεται αργά για να γλυκάνει τα βάσαν του κοριτσιού. Το πεπρωμένο ορίζει να κατατρύχεται από την κατάρα του μαυρόψυχου συζύγου της όταν εκείνος φεύγει πια απ’ τη ζωή και από το πένθος για το παιδί της αγάπης το οποίο αποκτά με τον τρυφερό γιο του συζύγου της. Το πένθος το βιώνει σαν ποινή και σαν χρέος. Ακόμη κι όταν επιτέλους η ζωή της χαμογελάει εκείνη έχει ξεχάσει πώς σχηματίζεται το χαμόγελο στα χείλη, νιώθοντας όνειδος και αμαρτία να λησμονήσει το πένθος.
Έτσι χαράζει ανεξίτηλα στο δέρμα της ένα όνομα και στην ψυχή της ένα τάμα... Και γίνεται μάνα δυο ξένων παιδιών που κατορθώνουν ν’ αντισταθμίσουν το κενό του δικού της. Αυτό είναι και το μήνυμα του βιβλίου. Η μνήμη του πόνου μιας μάνας δεν σβήνει. Απαλύνεται μόνο όταν η μάνα χαρίσει τη στοργή της αλλού. Μόνο τότε γλιτώνει απ’ το φάντασμα της αξόδευτης μητρικής αγάπης και τα μάτια – νύχτες αποκτούν λίγο χλομό φως. Οι διάσπαρτες ποιητικές πινελιές του Περικλή μες στις καταλυτικές, λιτές περιγραφές του δίνουν στο διήγημα μια μινιμαλιστική μοναδική και συνάμα πρωτόγονα, αγνή ομορφιά.


Αν η μαγεία σ’ ένα διήγημα πλέκεται από το θέμα και τη δομή του τότε στο τρίτο του διήγημα ο Περικλής έχει πετύχει την κατάλληλη μίξη και των δύο αυτών βασικών συστατικών της επιτυχίας. Το θέμα του η αναντίρρητη αλήθεια ότι η ανθρώπινη ζωή και η ανθρώπινη ευτυχία μπορούν να ανατραπούν μέσα σε μια και μόνη στιγμή, από μια και μόνη αυθόρμητη πράξη ή απόφαση. Μια μάνα που τυραννιέται από τον χρήστη ουσιών γιο της, ένας ήρεμος, καλόκαρδος κι ερωτευμένος άντρας με τη ζωή και τη γυναίκα του που ετοιμάζεται να του χαρίσει ένα παιδί, ο ίδιος ο χρήστης ναρκωτικών, ένα πιστόλι και μια φράση του Ηλία Βενέζη «Έρχεται βροχή στα κιμιντέρια» στοιχειοθετούν το σκιαγράφημα του διηγήματος. Κι ένας άγγελος. Που βάζει την τελεία σ’ αυτό το έργο που μοιάζει στη φιλολογική και συγγραφική μου συνείδηση να εγκαινιάζει μια νέα λογοτεχνική τεχνοτροπία συνδυάζοντας τη λιτότητα του θεατρικού λόγου με την εμβάθυνση της ψυχογραφικής δυναμικής του μυθιστορήματος. Εσωτερική και εξωτερική δράση σε τέλεια αρμονία και το αποτέλεσμα τραγικό όσο και των έργων των μεγάλων δραματουργών της αρχαιότητας. Η αλήθεια ντυμένη με το τέλειο ένδυμα μιας ενδιαφέρουσας ιστορίας και συνάμα γυμνή και σφριγηλή όσο ποτέ στα μάτια του αναγνώστη.
Στο διήγημα αυτό υπάρχει κρυμμένη μια ειρωνεία για το όνειρο που δεν προφταίνει να υλοποιηθεί, και για τους εφιάλτες που κάποτε αρπάζουν το πηδάλιο των ζωών μας με τον πιο αυθαίρετο και αδυσώπητο τρόπο.
Θα κλείσω με ένα απόσπασμα από ποίημα του ίδιου του συγγραφέα: Θ’ αντέξεις κι άλλο πόνο της απώλειας; Τα άψυχα με ρωτούσαν. Κι εγώ εσκόρπιζα άνθη μια και δυο και τρεις φορές μες στο χειμώνα.
Έτσι και ο Περικλής Γρίβας. Καταφέρνει να δίνει πνοή στους άψυχους φθόγγους των χειλιών και να τους μετατρέπει σε ιδέες, ιστορίες και συναίσθημα. Ό,τι κάνει κάθε ακέραιος καλλιτέχνης.
Περικλή, περιμένω ένα μυθιστόρημα αντάξιο της δύναμής σου. Καλή τύχη!

Σάββατο, 1 Μαΐου 2010

Παιχνίδια ζωής της Πένυς Παπαδάκη

Παιχνίδια ζωής της Πένυς Παπαδάκη

«Βρε καλώς το! Να το πάλι αυτό το εσωτερικό καμπανάκι. Τι παράξενο στ’ αλήθεια! Είκοσι χρόνια τώρα, κι ακόμη χτυπάει στην ώρα του. Πάντα στην ώρα του και πάντα επώδυνα. Δεν χρειάστηκε να βάλω ούτε μια φορά μπαταρίες ή να το αποθηκεύσω στον σκληρό δίσκο της μνήμης μου»
Μ’ αυτή την ανατρεπτική εισαγωγή η Πένυ μας καλωσορίζει στη νέα κατάθεση της ψυχής της για να μας ξεναγήσει αβίαστα στις πληγές ανθρώπων της διπλανής πόρτας που μπορεί κάλλιστα να είναι και δικές μας πληγές. Κι ενώ η εισαγωγή αυτή είναι γραμμένη για να αναφερθεί στη μνήμη που δεν αλλοιώνεται και δεν θολώνει όταν αφορά ανθρώπους αγαπημένους που έχουν ανεπίστρεπτα χαθεί από τη ζωή μας, θα έλεγα ότι η φράση ταιριάζει γάντι και στο καλωσόρισμα της μοναδικής έμπνευσης που είχε για να γράψει αυτό το βιβλίο που με εξέπληξε εξαιρετικά ευχάριστα ώστε ήδη να αναζητήσω και τα προηγούμενα βιβλία της, τις προηγούμενες κι ευτυχώς πλούσιες καταθέσεις της δημιουργικής της ψυχής. Με το ζεϊμπέκικο της Κατίνας, το Αντίο, φιλενάδα και το Φως στις σκιές η Πένυ Παπαδάκη έχει δώσει ήδη τα διαπιστευτήριά της στο χώρο της λογοτεχνίας κι επιπλέον έχει διαμορφώσει την λογοτεχνική της ταυτότητα που χαρακτηρίζει τα έργα της ως κοινωνικά μυθιστορήματα, έργα που αφουγκράζονται τα κοινωνικά προβλήματα και τους ενδόμυχους προβληματισμούς του σύγχρονου ανθρώπου.
Στο συγκεκριμένο βιβλίο το πρώτο πράγμα που κατανοεί κανείς μετά το πέρασμα των πρώτων είκοσι σελίδων που απ’ την αρχή σε αρπάζουν και σε κρατούν αιχμάλωτο της υπόθεσής του είναι ότι δεν πρόκειται για ένα ανάλαφρο βιβλίο με το οποίο θα διασκεδάσει απλώς διαβάζοντας μια ιστορία, αλλά θα ψυχαγωγηθεί με όλη τη σημασία της λέξης, θα βγει πλουσιότερος σε ερεθίσματα στοχασμού και θα αναμετρηθεί με αλήθειες που συνήθως φοβάται να αντιμετωπίσει.
Κορωνίδα των θεμάτων με τα οποία καταπιάνεται η πληθωρική πένα της Πένυς και συνάμα η δαιδαλώδης σκέψη της όπως αποδεικνύεται από την πολυσχιδή προσέγγιση των χαρακτήρων και των ιστοριών που πλάθει, είναι η απώλεια της Ελπίδας, της αδερφής της Νίκης που είναι η βασική ηρωίδα του έργου της. Τυχαία άραγε η επιλογή των ονομάτων; Το ένστικτό μου, το συγγραφικό μου δαιμόνιο αλλά η φιλολογική παράδοση κραυγάζουν πως όχι. Η απώλεια της Ελπίδας, είμαι σίγουρη ότι σηματοδοτεί και το δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης του έργου της Πένυς. Η απλή, καλοσυνάτη Νίκη που παίζει το παιχνίδι της ζωής μ’ έναν έξυπνο και απόλυτα αυθεντικό τρόπο, αγαπώντας τους ανθρώπους της και συνάμα τους ανθρώπους στην ολότητά τους, που ξέρει να χαρίζεται γνωρίζοντας ότι μόνο μέσα από την προσφορά στους άλλους θα εισπράξει και η ίδια το αντιστάθμισμα της αγάπης που θα της επιτρέψει να αισθανθεί το άγγιγμα της ευτυχίας, μετά από είκοσι χρόνια που έχει χάσει την αδερφή της, συνεχίζει να την χρειάζεται και να την κρατάει απεγνωσμένα δέσμια στη μνήμη της. Εκπληκτικό το εύρημα της συγγραφέως η Ελπίδα να υπάρχει και μετά το θάνατό της, να συνομιλεί με την κεντρική ηρωίδα, να τη στηρίζει μ’ έναν παράδοξο μεταθανάτιο τρόπο.
«Η Ελπίδα ήταν μια αστείρευτη πηγή ενέργειας. Θετική και συμπονετική. Σαν Βέγγος έτρεχε. Σε όλους έτρεχε. Αγαπούσε τα παιδιά τους γέρους, τους ανήμπορους. Αγαπούσε τους μετανάστες, τους φτωχούς, τους παρανόμους. Κι αυτή η γνώση της μου μεταδόθηκε σαν μετάγγιση ανθρωπιάς και αλληλεγγύης. Είναι αλήθεια ότι μέχρι τότε ήμουν στεγνή από συναισθήματα. Καλή από συνήθεια. Αγαπούσα και πονούσα επιδερμικά».
Καταλύτης ο θάνατος! Ενεργοποιεί κρυμμένες δυνάμεις, οδηγεί τον πονεμένο να πατήσει στα αχνά χνάρια της ψυχής του νεκρού, να τον ακολουθήσει, να ανταμώσει την ουσία του έστω και μετά θάνατον, να καλύψει την απώλειά του με τη βαθειά γνώση των ιδεών που εκείνος πίστευε. Αυτό κάνει και η Νίκη. Ο πόνος της ανασταίνει ψηφίδα ψηφίδα την ψυχή της Ελπίδας μέσα απ’ τις χαμένες ελπίδες άλλων ανθρώπων που καταφέρνει η ίδια να αφυπνίσει. Μέσα από τους ήρωες που η Πένυ πλάθει προκειμένου να διδάξουν την Νίκη ότι οι ζωντανοί έχουν χρέος προς τους νεκρούς να συνεχίζουν τις ζωές τους και όχι να μένουν προσκολημμένοι στο παρελθόν. Φτιάχνει λοιπόν σαν γαΪτανάκι μια πλειάδα άλλων ηρώων με συγκεκριμένο προορισμό ο καθένας και με συγκεκριμένο κοινωνικό πυρήνα ως ακρογωνιαίο λίθο στην οικοδόμηση του χαρακτήρα του. Και οι ήρωες αυτοί αβίαστα, μέσα από το προσωπικό του δράμα ο καθένας, μέσα από τη σιωπή του ή από τα λόγια του, μιλούν και αβίαστα προβληματίζουν, διδάσκουν. Όχι μόνο τη Νίκη αλλά όλους μας. Είναι εντυπωσιακή η δυναμική των απλών αυτών φαινομενικά ηρώων καθώς η περιεκτική περιγραφή της ζωής τους, διαμορφώνει αυτόματα μια ιστορία και μια πλοκή όπως μόνο η ίδια η ζωή ξέρει να την γράφει και να την σκηνοθετεί.
Πρώτος και καλύτερος ο Γιώργος. Ο σύντροφος. Το λιμάνι της, το στήριγμά της, ο εξισορροπιστής σε κάθε της ανησυχία, αυτός που τη συντρέχει και γίνεται το δίχτυ ασφαλείας της στα δύσκολα. Αυτός που ξέρει να σιωπά και να μιλά όταν πρέπει και συνάμα διαβάζει φαρσί τον κάθε μορφασμό και την κάθε σιωπή των ματιών της. Ο πρωτεργάτης της ευτυχίας της που μαζί με τα δυο της παιδιά αποτελούν το πάνθεο της ευτυχίας της και συνάμα το πρότυπο, το υπόδειγμα μιας οικογένειας όπως σήμερα θα πρέπει να είναι για να μπορεί ο θεσμός του γάμου να επιτελεί τον προαιώνιο στόχο του, την ασφάλεια και την αγάπη που οφείλουν να δένουν τα μέλη κάθε οικογένειας. Μέσα σ’ αυτή την ασφαλή πραγματικότητα η Νίκη έχει το περιθώριο να κάνει τις προσωπικές της αναζητήσεις για τον προορισμό και το νόημα της δικής της ζωής, να αναμετρηθεί με τα φαντάσματά της, να ψάξει τις λύσεις της. Κάποιες φορές χάνεται ακόμη και με την πυξίδα αυτής της αγάπης. Απομακρύνεται για λίγο προκειμένου να επιστρέψει πιο αφοσιωμένη από ποτέ στους ανθρώπους που μέσα της ξέρει καλά ότι είναι οι μόνοι που έχουν τη δύναμη να ζωντανεύουν για χάρη της το όνειρο της αγάπης. Ο θεσμός της υγιούς οικογένειας λοιπόν παίρνει σάρκα και οστά και από ιδέα γίνεται πράξη από την πένα της Πένυς για να καθοδηγήσει τον αναγνώστη να αναζητήσει τα δικά του στεγανά μέσα στην οικογένεια, να αναζητήσει τρόπους εξισορρόπησης του θεσμού, μέσα στις νέες κοινωνικές δομές και τις απειλές που αντιμετωπίζει. Σε κάθε άγγιγμα του οικογενειακού θεσμού διακρίνει κανείς και μια νοσταλγία για την πατρική της οικογένεια, εκείνη που πάντα αποτελεί το φάρο για τη διαμόρφωση της επόμενης.
Μια απλή φράση αποτελεί το μήνυμα και συνάμα το κλειδί της κατανόησης τα πρόθεσης της συγγραφέως.
«Έτσι με φωνές, με βρισιές, αγάπες κρυφές και φανερές, μυρωδιές κι αρώματα, ζούσαμε. Ζούσαμε αληθινά και όμορφα. Τα σποράκια, η πορτοκαλάδα, το υποβρύχιο, όλη η γειτονιά κι αυτή η απέραντη αδελφική αγάπη μας έκαναν παρέα... Από την κουζίνα έφτανε η μυρωδιά από τα κεφτεδάκια που τηγάνιζε η μάνα. Στα μεγάλα κέφια ανοίγαμε και καμιά μπύρα παγωμένη και νιώθαμε πλούσιοι».
Δεύτερη ηρωίδα η Νανά Πουκτσιάτζε. Η μετανάστρια που ήρθε με τον άντρα της και τα τέσσερα παιδιά της από τη Γεωργία, η γυναίκα στης οποίας το πρόσωπο συναιρείται ο πόνος, η ανασφάλεια, ο φόβος του ξεριζωμού, της ξενιτιάς, της ξενηλασίας που υπομένουν όσοι πέφτουν στην ανάγκη να αναζητήσουν τη μοίρα τους σε μια ξένη πατρίδα. Γνωρίζει αυτά τα συναισθήματα ο Έλληνας, χρόνια μετανάστης και ο ίδιος στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα όμως συχνά ξεχνά ή απωθεί αυτές τις μνήμες συμπεριφερόμενος το ίδιο σκληρά στους σύγχρονους μετανάστες. Η Νανά είναι μια μετανάστρια όμοια με την Ελπίδα που μετανάστευσε αναζητώντας τη μοίρα της στην Γερμανία. Η καρδιά της Νίκης σφίγγεται παρατηρώντας την τύχη, την αξιοπρέπεια και τη μελαγχολία αυτής της γυναίκας επειδή πιο καθαρά από ποτέ τώρα συνειδητοποιεί και αποκωδικοποιεί τα λόγια και τα βλέμματα της δικής της αδερφής, της Ελπίδας όταν ζούσε στα ξένα.
«Εμείς δεν είχαμε ούτε σακουλάκια με σταφίδες ούτε ρούχα όταν ήρθαμε στην Ελλάδα. Και κανένας δεν μας περίμενε» είπε η Νανά και με επανέφερε στο παρόν. «Παράνομα μπήκαμε στη χώρα μας, μα τι να κάναμε σε μια πατρίδα χωρίς αύριο για τα παιδιά μας. Τα παιδιά φοβούνται, στη χώρα μου έχουμε συνέχεια φασαρίες. Μα κι εδώ πάντα θα φοβόμαστε στην απέλαση. Κι ούτε διακοπές ξέρουμε. Μόνο δουλειά, δουλειά, δουλειά. Δεν πειράζει όμως. Δουλειά να έχουμε και δεν θέλουμε τίποτε άλλο. Δεν θα ήταν όμως πιο καλά να είχαμε κι αγάπη; Δεν είναι κρίμα που για λίγους κακούς ανθρώπους που κάνανε κακό σε Έλληνες να την πληρώνουμε όλοι;»
Απλό το ερώτημα αλλά βαθύ, σαν μαχαίρι που βυθίζεται απευθείας στην καρδιά. Να ‘χαμε κι αγάπη... Αυτή την αγάπη η Νίκη πετυχαίνει να τη δώσει στην Νανά, νιώθοντας ίσως ότι τη δίνει μ’ ένα μυστηριακό τρόπο στη χαμένη μετανάστρια αδερφή της, όχι με την μορφή μιας κακοφορμισμένης ελεημοσύνης – εξάλλου η Νανά σπρώχνει τη χούφτα με τα χρήματα, ποτέ της δεν θα τα δεχόταν – αλλά μιλώντας μαζί της, ακούγοντάς την, αφουγκραζόμενη τον πόνο της και λέγοντας κι εκείνη τον δικό της, κάνοντάς την να αισθανθεί ισότιμη σ’ αυτό το αλισβερίσι της αγάπης, μιας και η Νανά μπορεί να μην καταλάβαινε καλά τη γλώσσα αλλά καταλάβαινε το δάκρυ στα μάτια. Με τη Νανά της η Πένυ κατορθώνει να μιλήσει με τη δεινή και διεισδυτική συνάμα λιτότητά της για τα προβλήματα των μεταναστών, μια κοινωνική αλήθεια που πρέπει όλους να μας οδηγήσει στην αναζήτηση μιας δίκαιης στάσης απέναντι στον αγώνα και τη δυστυχία τους.
Ο κυρ Λεωνίδας, ο τρίτος ήρωας της Πένυς του οποίου η περιποίηση ανατέθηκε από ένα πρόγραμμα φροντίδας ηλικιωμένων στην Νίκη, υπάρχει για να υπενθυμίσει την ανάγκη της τρίτης ηλικίας για αγάπη, φροντίδα και συμπαράσταση.
«Είχε καταπέσει ο φουκαράς μετά το χαμό της κυρά του και ζούσε με την περιστασιακή φροντίδα των γειτόνων και της στρίγκλας της αδερφής του. Το σπίτι μύριζε κλεισούρα, βρομιά και απόγνωση. Μυρίζει η απόγνωση; Ναι, μυρίζει. Έχει τη δυσωδία της μοναξιάς και της εγκατάλειψης. Την μπόχα της ανθρώπινης αδιαφορίας. Όσο είναι κανείς νέος, όλα τα αντέχει, νομίζει ότι δεν έχει ανάγκη κανέναν. Μα σαν φεύγουν τα νιάτα, έρχεται ο φόβος».
Η Νίκη όρμησε σαν σίφουνας μέσα στη ζωή του και την ομόρφυνε μαθαίνοντας αβίαστα την ιστορία του γέροντα στην οποία η διεκδίκηση ενός σπιτιού η οποία παραμόρφωσε τη δεδομένη αδερφική του αγάπη με τη γυναίκα που εμφανιζόταν στο ακατάστατο σπιτικό του μόνο για να τον φαρμακώνει με τα λόγια της. Η Νίκη δέθηκε με τον κυρ Λεωνίδα κατορθώνοντας να διαβάσει μες στα βασιλεμένα μάτια του γέροντα την αγάπη που είχε αποθηκευμένη στην ψυχή του και το παράπονο που τον πλήγωνε για τη διαστρεβλωμένη σχέση του με την αδερφή του. Όμως η Πένυ Παπαδάκη δεν αρκείται να παρουσιάσει ξέθαθα και ανυπόστατα το χάσμα μεταξύ των δύο αδερφών. Η αλήθεια, σκληρή ίσως και αδυσώπητη κάποιες φορές, μετά το θάνατο του γέροντα αποκαλύπτεται. Η Πένυ με οπτική αντικειμενική απονέμει σε κάθε ήρωά της δικαιοσύνη και αναγνωρίζει τους λόγους εκείνης της ψυχρότητας μέσα από την ανάγκη μιας εκ βάθρων εξομολόγησης της αδερφής που συγκινεί, συγκλονίζει και προβληματίζει ξανά.
«Δεν υπήρξα καλή αδερφή. Ο παλιοχαρακτήρας μου φταίει αλλά τουλάχιστον έχω μάθει να μη μασάω τα λόγια μου. Το ξέρω ότι είναι αργά για να ζητήσω συγγνώμη από τον αδερφό μου, αλλά τον αγαπούσα. Όμως επειδή οι γονείς μας ήταν Μανιάτες, εκείνος επειδή ήταν αγόρι, έτρωγε το καλύτερο και το μεγαλύτερο κομμάτι από το κρέας, το γλυκό και την πίτα. Εγώ τα αποφάγια».
Πόσες φορές τα κοινωνικά ήθη είναι τα πρωταίτια για τις πιο μεγάλες κοινωνικές αδικίες; Η υπογράμμιση της Πένυς Παπαδάκη για άλλη μια φορά εύστοχη όσο και εύγλωττη. Όπως εύστοχη η έμμεση παρατήρησή της ότι η Νίκη κατακτά μια αίσθηση πληρότητας μέσα από την προσφορά της αγάπης.
Η μικρή Μαρία δεν είναι απλώς μια ακόμη ηρωίδα της συγγραφέως. Αυτή και η Ελισάβετ αποτελούν τους καταλύτες που πετυχαίνουν την μεταμόρφωση της ζωής του Στέλιου, του επιστήθιου φίλου του συζύγου της Νίκης, καθώς με το μήνυμα της αγάπης και το μήνυμα της συγχώρεσης και της μετάνοιας υποδεικνύουν τον τρόπο να τακτοποιεί καθένας μας τους ανοικτούς λογαριασμούς του με το παρελθόν.
Ταυτόχρονα όμως η Μαρία ανοίγει ένα άλλο μεγάλο κοινωνικό κεφάλαιο και συνάμα ξύνει την πάντα αιμορραγούσα πληγή της ορφάνιας.
Η Νίκη εξομολογείται:
«Τα γελαστά μουτράκια στις φωτογραφίες που κοσμούσαν τους τοίχους του ιδρύματος δεν είχαν καμία σχέση με τα σκοτεινά και αγέλαστα ματάκια που με κοιτούσαν παγερά. Κάποιος είχε κλέψει το φως από τα μάτια τους. Κάποιος τους είχε κλέψει αυτό το γνώριμο γάργαρο γέλιο που δηλώνει την ξεγνοιασιά ενός παιδιού»/ Άκουσα τη διευθύντρια του ιδρύματος να λέει:
Ξέρεις ποιος είναι αυτός ο κάποιος; Ο άνθρωπος. Κι ο χειρότερος άνθρωπος στον κόσμο γι’ αυτά τα παιδιά είναι ο ίδιος ο γονιός. Ποτέ δεν είναι εύκολη η απόρριψη. Και τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα όταν η απόρριψη αυτή έρχεται από τους ανθρώπους που αποφάσισαν για σένα χωρίς εσένα, να σε φέρουν στον κόσμο. Καλώς ήρθες στην ανθρώπινη κόλαση».
Το πέρασε κι αυτό το κατώφλι της κόλασης η Νίκη αναζητώντας τη γαλήνη του παραδείσου και τα κατάφερε ξανά. Έγινε η μεγάλη φίλη εκείνου του ξανθομάλλικου αγγέλου που στο πρόσωπό της έμαθε να εμπιστεύεται και να ονειρεύεται, χάρη στη Νίκη ο κόσμος του παιδιού απέκτησε χρώματα όμοια με εκείνα των πολύχρωμων μαρκαδόρων που της χάρισε. Και χάρη σε μια αυθόρμητη κίνηση αγάπης, η Νίκη εξασφάλισε σ’ αυτό το παιδί την ασφάλεια και τη σιγουριά μιας πατρικής φιγούρας που κι εκείνη με τη σειρά της ολοκληρώθηκε μέσα από την αγάπη και την αθωότητα αυτού του παιδιού, ξεχνώντας τις παλιές πληγές της. Από το σημείο αυτό οι ιστορίες αρχίζουν να αλληλοσυνδέονται και να αλληλεπιδρούν τόσο στη διαμόρφωση των συγκινήσεων των ηρώων όσο και στην κατάκτηση ενός υψηλού βαθμού αυτογνωσίας από μέρους τους.
Αυτή την αυτογνωσία και συνάμα την αυτοπεποίηση που επιβάλλεται να αναπτύξει κάθε ώριμος άνθρωπος για να προσφέρει στον εαυτό του τις ευκαιρίες που του αξίζουν στην ευτυχία φαίνεται ότι η Έφη, η επιστήθια φίλη της Νίκης και επόμενη ηρωίδα της Πένυς άργησε να την κατακτήσει. Χρειάστηκε να αφήσει τον εαυτό της πρώτα να τσαλαπατηθεί ψυχή τε και σώματι, να κακοποιηθεί βάναυσα από τον κατ’ ευφημισμό σύντροφό της έως ότου με τη συμπαράσταση της Νίκης, του Γιώργου και του Στέλιου να διαπιστώσει ότι μπορούσε να σταθεί ξανά στα πόδια της και να διεκδικήσει ό,τι της ανήκε σ’ αυτή τη ζωή. Η Έφη είναι μια ηρωίδα σχεδόν τραγική. Τα χαρακτηριστικά της έχουν σφυρηλατηθεί με κάθε λεπτομέρεια και η περιγραφή των αντιδράσεών της στην κακοποίηση προκαλούν ρίγος. Η Πένυ μιλά ίσως για το πλέον απαράδεκτο κοινωνικό φαινόμενο που με ιδιαίτερη ένταση εμφανίζεται ακόμη στις μέρες μας, ίσως λόγω της σαφούς ανωτερότητας σε κάποιες περιπτώσεις των γυναικών έναντι των ανδρών μέσα σε κάποιους γάμους με αποτέλεσμα να προκαλούνται συμπλέγματα κατωτερότητας στο αντρικό φύλο. Το δίδαγμα σαφές: η αντίδραση και η εγκατάλειψη αυτών των προβληματικών καταστάσεων για τη διάσωση τόσο της αξιοπρέπειας του θύματος όσο και για τη διαφύλαξη της ψυχολογίας και της συναισθηματικής ακεραιότητας των παιδιών. Η Έφη, περνώντας μέσα από τη φωτιά και τους εφιάλτες της κακοποίησης, καταλήγει με το ευοίωνο μέλλον της, να αποτελεί μια ηρωίδα παράδειγμα για όσες γυναίκες βιώνουν ανάλογες καταστάσεις και μια φωνή στην ένοχη σιωπή αιώνων απέναντι σε τέτοια φαινόμενα. Μια σιωπή η οποία δεν αφορά μόνο τα θύματα αλλά και το πατρικό οικογενειακό περιβάλλον που συχνά γνωρίζει αλλά δεν στηρίζει και σε πολλές περιπτώσεις υποθάλπει τέτοια φαινόμενα.
Ο Στέλιος, ο επιστήθιος φίλος του Γιώργου, ο κουμπάρος στο γάμο του με τη Νίκη και συνάμα ο κρυφά ερωτευμένος με τη Νίκη, αρχίζει να ξεδιπλώνει τη δική του ιστορία και τους δικούς του ενδοιασμούς να διεκδικήσει την ευτυχία. Είναι πετυχημένος επαγγελματικά αλλά μόνος στη ζωή. Κάποτε εγκαταλείπεται από μια γυναίκα που αγάπησε και έκτοτε δεν επιχείρησε να ξαναφτιάξει τη ζωή του. Τρόμαξε. Ολόκληρος άντρας γέμισε φόβους. Ή μήπως ξύπνησαν οι εφιάλτες από φόβους παλιούς; Δεν θα σας την αποκαλύψω φυσικά εγώ απόψε την απάντηση. Το μόνο που θα πω είναι ότι η Πένυ και μ’ αυτόν τον ήρωα καταφέρνει να μας κάνει να στοχαστούμε πόσο μεγάλη βαρύτητα έχουν τα τραύματα της παιδικής μας ηλικίας στην διαμόρφωση των κατοπινών μας αποφάσεων στη φάση της υποτιθέμενης ωριμότητας.
Αυτή την υποτιθέμενη ωριμότητα η Ελισάβετ, η άλλη γηραιά, κακότροπη και περίεργη ηρωίδα, ένας ηθικός και συναισθηματικός αντίποδας του κυρ Λεωνίδα, κατάφερε να την κατακτήσει λίγο πριν από το τέλος της. Το στήσιμο αυτού του χαρακτήρα πραγματικά με συγκλόνισε. Είναι μια γυναίκα από εκείνες τις λίγες που δεν θεωρούσαν προορισμό τους το γάμο και τη μητρότητα. Ήταν μια γυναίκα με μια αρσενική ελευθερία φωλιασμένη στην ψυχή της η οποία την έκανε να ασφυκτιά στους κοινωνικά αποδεκτούς γυναικείους ρόλους και που την οδήγησε σε μια ανώριμη ίσως επιλογή. Μια επιλογή που ήταν γραφτό της να της προσφέρει την ευκαιρία να απολαύσει όλα όσα ονειρευόταν σαν κοριτσόπουλο, έρωτα, δόξα, χρήμα, συγκινήσεις, καριέρα αλλά της κόστισε την ατροφικότητα ενός μέρους της ψυχής της, εκείνου που αναγκάστηκε να αφήσει πίσω σε μια τρυφερή ηλικία, ως αντάλλαγμα γ’ αυτή τη ζωή. Η Ελισσάβετ μοιάζει αρχικά με θύτη. Έναν εγωιστή, αδυσώπητο θύτη που στην πορεία του βιβλίου αποδεικνύεται ότι αυτή η επιθετικότητα είναι η μάσκα της ενοχής και της οδύνης της σε όλη τη διάρκεια της πολυκύμαντης ζωής της. Το τέλος ούτε στην περίπτωση της Ελισσάβετ θα το αποκαλύψω γιατί η γοητεία της πλοκής θα χαθεί και δεν θα σας στερούσα ποτέ την έκπληξη που η Πένυ Παπαδάκη αριστοτεχνικά σας έχει ετοιμάσει για το τέλος.
Οφείλω όμως να συμπληρώσω ότι τα Παιχνίδια ζωής με μια λεπτοδουλεμένη χρήση της γλώσσας που της προσφέρουν την αίσθηση της απλότητας αλλά σε καμία περίπτωση της απλοϊκότητας, είναι ένα αντικατόπτρισμα της κοινωνίας μας και μια επισήμανση της οπτικής με την οποία πρέπει να ατενίζουμε τη ζωή μας ώστε η κάθε Νίκη να ανταμώσει την Ελπίδα της και να αποδεσμευτεί από τους προσωπικούς δαίμονές της.
Πένυ, καλωσόρισες στην οικογένεια των εκδόσεων Ψυχογιός και όπως σου είπα και σε προσωπική μας επικοινωνία, χαίρομαι που είσαι κοντά μας, γιατί έχουμε να πούμε πολλά σε επίπεδο λογοτεχνίας και όχι μόνο.

Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Η νύφη φορούσε μαύρα της Σόφης Θεοδωρίδου

  1. Η νύφη φορούσε μαύρα της Σόφης Θεοδωρίδου

    “Με ανέλπιστα και φοβερά πράγματα οι θεοί υφαίνουν τη ζωή μας. Εκείνα που ήταν για να γίνουν δεν έγιναν ποτέ. Κι αυτά που γίνονται δεν ήταν για να γίνουν”, αναφέρει ο τραγικός ποιητής Ευριπίδης στη Μήδεια, και αυτή είναι κατ’ ουσίαν η πρώτη ύλη, η ιδέα που μετουσίωσε η συγγραφέας σ’ αυτό το έξοχο μυθιστόρημα, του οποίου η δυναμική του είναι τέτοια ώστε πετυχαίνει τον απώτερο στόχο κάθε λογοτεχνήματος: να επεκταθεί και να ξεπεράσει τα όρια μιας απλής αφήγησης, μεταδίδοντας στα συναισθήματα και τις κεραίες της ψυχής του αναγνώστη ένα πολυσήμαντο μήνυμα.
    Τέσσερις είναι οι ηρωίδες της συγγραφέως, παρότι σ’ ένα πρώτο επίπεδο ίσως κάποιος αντιδράσει και πει ότι βασική ηρωίδα είναι μόνο μία: Η πρασινομάτα Ανδριανή είναι η πρώτη, που έρχεται ολομόναχη στην Ελλάδα μετά από τη μικρασιατική καταστροφή, αναζητώντας μια νέα μοίρα και μια νέα πατρίδα ύστερα από την ορφάνια της και την απώλεια του πρώτου της άντρα.
    Η δεύτερη ηρωίδα είναι η ίδια η Ελλάδα και τα δεινά της από το 1922 έως τη Δικτατορία του 1967. Σαράντα πέντε ολόκληρα χρόνια ζωής καταγράφονται στις σελίδες αυτού του πολυδιάστατου βιβλίου, της ζωής της Ανδριανής, της ζωής της ταλαιπωρημένης και φοβισμένης Ελλάδας, της ζωής των απλών ανθρώπων που, χωρίς να έχουν φταίξει σε τίποτα, δέχονται πάντα τις συνέπειες αλλότριων αποφάσεων.
    Τρίτη ηρωίδα, είναι η Μοίρα, και μάλιστα η μία εκ των τριών, η Άτροπος, αυτή που κόβει τα νήματα της ζωής των ανθρώπων αναπάντεχα, προκαλώντας ιστορίες που ούτε η πιο εμπνευσμένη φαντασία δεν μπορεί να συλλάξει.
    Τελευταία ηρωίδα, είναι η γυναίκα, η κάθε γυναίκα, που βιώνει τον αντίκτυπο κάθε εποχής και σηκώνει το βάρος του συστήματος αξιών που διαμορφώνεται κάθε φορά. Είναι η γυναίκα που γεννά κάτω από αντίξοες συνθήκες, που δεν ορίζει ούτε τον ίδιο τον εαυτό της, που μένει στο σκοτάδι του αναλφαβητισμού σκόπιμα, για να μην σηκώσει κεφάλι στον άντρα αφέντη, η γυναίκα που αρχικά δεινοπαθεί κάτω απ’ τον ίσκιο των πεθερικών για να ζυμωθεί μ’ αυτή την αδυσώπητη τάξη πραγμάτων και να ενσωματωθεί σ’ ένα σύστημα που αρχικά την αδικεί.

    Οι τέσσερις αυτές ηρωίδες, η πρώτη η εμφανής και οι τρεις οι άλλες, αφανείς μεν αλλά έντονα παρούσες, προσδιορίζουν αυτόματα και τα τέσσερα από τα πέντε επίπεδα ανάγνωσης του μυθιστορήματος.
    Το πρώτο επίπεδο του βιβλίου όπως πάντα, είναι η ιστορία του, η αφήγηση. Σεπτέμβρης του ’22 και η Ανδριανή, που όριζε το πεπρωμένο της να πονέσει σαν γυναίκα και να δουλέψει σαν άντρας ερχόμενη στην Ελλάδα, κουβαλώντας στην ψυχή της το ριζικό της γυναικείας της φύσης και τα βάσανα της καταπονημένης της γενέτειρας, φτάνει ξεριζωμένη από τον Πόντο για να παιδευτεί ώσπου να ριζώσει στην κατ’ ευφημισμό στην αρχή πατρίδα. Πεντάρφανη και ολομόναχη, χήρα για την ακρίβεια, βρίσκει αποκούμπι στην οικογένεια μιας ηλικιωμένης Πόντιας που την αγκαλιάζει σαν δική της κόρη. Ένα τυχαίο περιστατικό, καθ’ οδόν για το Καραβάν Σαράι, ένας τοκετός, τη φέρνει κοντά με την Ατροπία, μια γερόντισσα που γνωρίζει τις θεραπευτικές ιδιότητες των βοτανιών και την τέχνη της μαίας και καθορίζει τον προορισμό και τα όνειρα της Ανδριανής για τη ζωή της.
    Στο ξεδίπλωμα του χρόνου, με τις ανταλλαγές των πληθυσμών, θα εγκατασταθεί σ’ ένα πρώην μουσουλμανικό χωριό της Μακεδονίας, κι εκεί η ψυχή της θα αρχίσει να βγάζει δειλά δειλά ρίζες στο νέο τόπο και θα στεριώσει στο νέο τόπο. Στο στέριωμα τούτο όμως θα συμβάλλει και ο έρωτας. Ένας έρωτας σαρωτικός που θα εισβάλει στην ψυχή της με την πρώτη ματιά, σε μια στιγμή που η ίδια ήταν ανέτοιμη να τον δεχτεί. Κι όταν το μοίρασμα της γης, επιβάλλει στη λογική να αποφασίσει ένα ζευγάρωμα μόνο και μόνο για να μπορέσει ο Άρης, ο γιγαντόσωμος συμπατριώτης της να βρει έναν τρόπο επιβίωσης καλλιεργώντας τη γη, τότε βρίσκει ευκαιρία και ο έρωτας να περιβληθεί το πρόσχημα της ανάγκης και να ανθήσει μέσα στις μαραμένες ψυχές των δύο ηρώων. Μες στο Καραβάν Σαράι, η καρδιά της θα φτερουγίσει παράταιρα μόλις αντικρίζει εκείνον τον άντρα, που είναι ωστόσο κι αυτός θύμα των σκουριασμένων αντιλήψεων της εποχής. Αυτός ο γάμος θα σημαδέψει καταλυτικά την ψυχή και το μέλλον της και θα καθορίσει την πορεία της στην Ελλάδα.
    Η ζωή τους, καθώς ξεκινάει μες στο πένθος για τους ανθρώπους που ήδη έχουν χάσει, έχοντας και οι δυο αφήσει πίσω μνήμες και συντρόφους, δεν είναι σπαρμένη με ροδοπέταλα. Ιδίως της Ανδριανής που μπορεί μέσα στην αγκαλιά του Άρη να βρήκε το πάθος και την προστασία που γύρευε, όμως μαθημένη διαφορετικά καθώς ήταν, ως κοπέλα από μορφωμένη Κωνσταντινουπολίτικη οικογένεια, αδυνατεί να υποταχθεί στην τουρκική νοοτροπία της υποβαθμισμένης και ταπεινωμένης νύφης μπρος στα προστάγματα των πεθερικών. Έτσι, η νέα ζωή της είναι μια αντίφαση συνεχής ανάμεσα στην αγάπη και την υποταγή, το πάθος και την ταπείνωση, τον έρωτα και την οδύνη.
    Η δεύτερη ηρωίδα, η Ελλάδα, σηματοδοτεί το δεύτερο επίπεδο του βιβλίου. Πρόκειται για μια Ελλάδα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της Ανδριανής. Τσακισμένη, πονεμένη, καταρρακωμένη από αφέντες που έρχονται και φεύγουν ρουφώντας κάθε φορά το μεδούλι της. Και ως Ελλάδα δεν εννοώ την περιχαρακωμένη στα στενά όρια του τότε χάρτη ελληνική επικράτεια αλλά και όλους εκείνους τους τόπους που αντηλλάγησαν με τη συνθήκη της Λωζάνης και μαζί όλους τους ανθρώπους που διώχθηκαν απ’ την ελληνική τους γη με την ανταλλαγή των πληθυσμών, υποχρεωμένοι να ξεριζώσουν κι αυτοί με τη σειρά τους από τα μέρη όπου ζούσαν ως τότε τους μουσουλμάνους της Ελλάδας.
    . Η συγγραφέας με γλαφυρό και παραστατικότατο τρόπο πετυχαίνει να δώσει την προσαρμογή των προσφύγων στην Ελλάδα με μοναδική μαεστρία, παρακολουθώντας την βήμα προς βήμα, καθώς το παλιό μουσουλμανικό στοιχείο αντικαθίσταται από το χριστιανικό και η επαφή των δυο λαών αποδεικνύει ότι οι απλοί άνθρωποι δεν έχουν τίποτε να μοιράσουν. Αναφέρει χαρακτηριστικά στη σελίδα 55:
    «Σήκωσε το χέρι κι έδειξε στον Κωσταντή το τζαμί, κι εκείνος, κρύβοντας την ανακούφισή του που δεν χρειάστηκε να λογοφέρει με κανέναν, γύρισε και είπε στους υπόλοιπους να τον ακολουθήσουν. Σφίγγοντας στην αγκαλιά τους τα φτωχικά τους πράγματα σαν να ήταν ο πολυτιμότερος θησαυρός του κόσμου, οι πρόσφυγες τον ακολούθησαν. Λίγο μετά, μισοκρυμμένος ανάμεσα στα πυκνά δέντρα, ξεπρόβαλε ο μιναρές του τζαμιού, άφαντος μέχρι εκείνη τη στιγμή, σαν να ήθελαν κάποιοι να τον κρύψουν από τα μάτια των αμύητων. Μα εκείνος, πανύψηλος, σαν δάχτυλο που έδειχνε κάποιον στον ουρανό, κάποιον που δεν επιτρεπόταν κανείς να αμφισβητήσει, έκανε φανερή την ύπαρξή του αγνοώντας τα πελώρια δέντρα. Χαμηλότερα, ανάμεσα στους κορμούς των δέντρων, διακρίνονταν οι τοίχοι του τζαμιού ασβεστωμένοι και απρόσμενα καλοχτισμένοι. Κάτω από τη σκέπη ενός Θεού, διαφορετικού από τον δικό τους, οι ταλαιπωρημένοι εκείνοι άνθρωποι άπλωσαν για άλλη μια φορά τα απομεινάρια της προηγούμενης ζωής τους».
    Όμως, η αναφορά της συγγραφέως στα δεινά της Ελλάδος, δεν σταματά στην προσαρμογή των προσφύγων στην Ελλάδα, αλλά και στην μετέπειτα πορεία τους στον Ελλαδικό χώρο, καθώς ζυμώνονται με τα νέα ιστορικά γεγονότα, της δικτατορίας του Μεταξά, του β’ παγκοσμίου πολέμου, της γερμανικής κατοχής, του εμφυλίου σπαραγμού και της δικτατορίας του 1967.
    Πέρα από τον αντιμιλιταριστικό χαρακτήρα του έργου, πέρα από τα σαφέστατα όρια που θέτει η συγγραφέας ανάμεσα στην πολιτική απόφαση των ιθυνόντων και την πολιτική σκέψη των απλών, καθημερινών ανθρώπων, τα οποία σκιαγραφεί μέσα από απλές, λιτές συζητήσεις που αποδίδουν ωστόσο στο έπακρο την τραγικότητα των αλλότριων συμφερόντων που καθορίζουν τις ζωές και τις μοίρες του κόσμου, η Σόφη Θεοδωρίδου, σ’ ένα τρίτο επίπεδο επιχειρεί και πετυχαίνει να κάνει μια βαθιά τομή στην μορφή της κοινωνίας και των ηθών εκείνης της περιόδου και αναφέρεται στις ηθογραφικές δομές της εποχής.
    Ο ρόλος και η δεσπόζουσα παρουσία της πεθεράς, της μητέρας του άντρα μέσα στην οικογένεια περιγράφεται και προβάλλεται με τέτοιο τρόπο, ώστε καταδεικνύεται αφενός μια σκοτεινή πατριαρχία που καταδυναστεύει τη γυναίκα κάνοντάς την να οικτίρει το ίδιο της το φύλο, και αφετέρου υπογραμμίζει την ανοχή της γυναίκας απέναντι σ’ αυτά τα δεινά λόγω του αναλφαβητισμού που τη μαστίζει.
    Η Ανδριανή δεινοπαθεί μες στο ίδιο της το σπίτι από τα πεθερικά της γεγονός όμως που τη διαποτίζει υποσυνείδητα με την ανάγκη να ανταποδώσει την πικρία αργότερα, στη δική της νύφη και να αργήσει δυστυχώς να συνειδητοποιήσει, παρά το σαφώς καλύτερο δικό της μορφωτικό επίπεδο, το μέγα σφάλμα που είχε διαπράξει σε βάρος της νύφης της, της Νεφέλης. Όσο κι αν η Ανδριανή, εξαιτίας του ανοιχτόμυαλου πατέρα της και των γραμμάτων που γνωρίζει, νιώθει την αδικία να την πνίγει για τα δεινά του γυναικείου φύλου, υπομένει στην αρχή στωικά τα πάντα για χάρη της αγάπης.
    Με την πάροδο του χρόνου όμως η Ανδριανή ατσαλώνεται από τα βάσανα και τις αδικίες που υπομένει μόνο και μόνο επειδή είναι γυναίκα, και εμφανίζεται να αντιδρά και να πρωτοστατεί σε καίριες κοινωνικές αλλαγές όπως είναι η κατάκτηση της συμμετοχής των γυναικών στις δημοκρατικές εκλογές. Έτσι, η Σόφη Θεοδωρίδου εύσχημα πετυχαίνει να δώσει το στίγμα της μετάβασης σε μια νέα εποχή, όπου ο σκοταδισμός για τη γυναίκα μετράει τις τελευταίες του μέρες.
    "Μη δέχεσαι από κανέναν να σου φέρεται σαν να ‘σαι σκουπίδι, επειδή είσαι κορίτσι. Όλοι άνθρωποι του Θεού είμαστε, μην το ξεχνάς αυτό!» Η Ανδριανή αυτή τη φράση του πατέρα της τη διαφύλαξε σαν κόρη οφθαλμού, παρότι υπήρξαν στιγμές που αναγκάστηκε να υποκριθεί ότι την ξέχασε, όπως κάθε άνθρωπος που ζυμώνεται σε συνθήκες πνευματικού σκοταδισμού και παιδεύεται να επιβιώσει. Η συγκομιδή ιδεών που άλλες ακροθιγώς αναφέρονται μέσα στο έργο και άλλες αποδίδονται αναλυτικά, ομολογουμένως δεν έχει τελειωμό και είναι πλουσιότατη. Τίποτε όμως; δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί αν η Σόφη Θεοδωρίδου δεν διέθετε το ιδιαίτερο χάρισμα που απαιτείται για να μετατρέψει κάποιος την ιδέα σ’ ένα ευχάριστο λογοτεχνικό ανάγνωσμα και την ιστορία από ξύλινα λόγια σε ζωντανή πραγματικότητα.
    Η αφήγηση της συγγραφέως είναι γραμμική, γεγονός που καθιστά το έργο ιδιαίτερα εύληπτο. Το κείμενο διαθέτει μια ιδιαίτερη ταχύτητα στην πλοκή του ώστε η γρήγορη εξέλιξη δεν κουράζει καθόλου τον αναγνώστη και διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του. Η ιστορική πληροφορία και λεπτομέρεια είναι τόσο καλά ζυμωμένη και συνυφασμένη με την πλοκή ώστε ούτε μια στιγμή δεν υποβάλλει τον αναγνώστη στην ανία που προκαλούν κάποια ιστορικής υφής αναγνώσματα. Η λεπτομέρεια χρησιμοποιείται όπου αυτή μπορεί να βοηθήσει την τραγική ένταση και να ρίξει φως στην αποσαφήνιση των συνθηκών της ζωής ή της ψυχολογικής κατάστασης των ηρώων.
    Υπάρχει μια αρμονία και ένας εσωτερικός ρυθμός στην ανάπτυξη τόσο των σκέψεων και των συναισθημάτων όσο και των περιγραφόμενων εξωτερικών γεγονότων καθώς και του περιβάλλοντος ώστε όλα αυτά τα στοιχεία εναρμονισμένα συνάδουν ότι πρόκειται για ένα μεστό και άρτιο λογοτεχνικό έργο. Ο λόγος είναι μακροπερίοδος, αλλά αυστηρά ελεγχόμενος, διανθισμένος με μεταφορές και παρομοιώσεις οι οποίες όμως ακολουθούν την αρχή του μέτρου. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες είναι οι περιγραφές που αναφέρονται στα καιρικά φαινόμενα και τα οποία παραλληλίζονται με τις ψυχολογικές καταστάσεις των ηρώων, όπως επίσης και οι περιγραφές των τοκετών που περιγράφονται στο βιβλίο. Θα τολμούσα να χρησιμοποιήσω τον όρο «ευρηματική λιτότητα» χαρακτηρίζοντας το ύφος και τη γλώσσα της συγγραφέως υποκλινόμενη ιδίως στη σκηνή της σελίδας 299 που αναφέρεται στην ενθρόνιση της εικόνας της Παναγίας στη σπηλιά και στην οποία η περιγραφή καταφέρνει να αποδώσει άψογα το θρησκευτικό αίσθημα των προσφύγων.
    Καθώς διάβαζα το βιβλίο, ένιωσα αρκετές φορές την αφήγηση να με αγγίζει απαλά και γλυκά σαν παραμύθι και άλλοτε πάλι να δίνει γερές γροθιές στην εθνική μου συνείδηση, επίτευγμα πραγματικά της πληθωρικότητας και της ποικιλομορφίας των εκφραστικών μέσων της συγγραφέως. Οι πινελιές της ποντιακής διαλέκτου εντείνουν τη συγκίνηση και δίνουν χρώμα στο γλωσσικό ύφος του μυθιστορήματος.
    Κράτησα για το τέλος την αναφορά μου στην Ατροπία, την οποία θεωρώ ως το μεγαλύτερο εύρημα της Σόφης Θεοδωρίδου. Πρόκειται για μια γοητευτική προσωπικότητα, που ως ηρωίδα διαθέτει μεταφυσικές και παραμυθικές ιδιότητες και βάζει με τον αποφθεγματικό της λόγο τον αναγνώστη να σκεφτεί σε βάθος την αληθινή ουσία της ζωής. Οι πρόσφυγες του ’22 απέδειξαν περίτρανα όπως πολύ επιτυχώς πρόβαλε τον αγώνα τους η Σόφη Θεοδωρίδου ότι δειλοί δεν υπήρξαν ποτέ, ό,τι μπόρεσαν έκαναν» όπως αναφέρει και ο Ανρί Μισό.
    Όπως ό,τι καλύτερο μπορούσε, έκανε και η συγγραφέας σ’ αυτό το μυθιστόρημα ώστε να πετύχει αυτό το άρτιο ιστορικά, τεχνικά, δομικά και γλωσσικά αποτέλεσμα, αναδεικνύοντας το έργο της σ’ ένα φόρο τιμής στον πληγωμένο Πόντο. Το έργο της μας θυμίζει ότι δεν πρέπει ποτέ να στρέφουμε το βλέμμα προς την Ανατολή με νοσταλγία, πόνο οργή και στοργή για τις χαμένες πατρίδες.
    Καλή ανάγνωση σε όλους και καλοτάξιδο!








Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

Τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος της Νοέλ Μπάξερ

Tη νύχτα που γύρισε ο χρόνος

«Ο χρόνος πηγαινοέρχεται στο Κουρουτζού, αυτό το γνώρισα και το γνωρίζω καλά. Πάντα πηγαινοερχόταν. Από τότε που με έφεραν οι γονείς μου από τη Γερμανία και με παρέδωσαν στη γιαγιά. Έτσι έμαθα να μετράω το χρόνο εγώ, Σερχάτ. Δυο βήματα μπροστά και ένα πίσω. Στιγμές, όλα προς τα πίσω και κανένα βήμα μπροστά».
Ένα βήμα μπροστά ήθελε να κάνει η Σουλτάνα. Να πάψει να είναι πια η Σουλτάνα της γιαγιάς της και να γίνει η Σουλτάνα του εαυτού της. Στον απολογισμό που λίγο πολύ κάθε άνθρωπος κάνει όταν αγγίζει τα τρομακτικά πενήντα χρόνια της ηλικίας του, εκείνη αυτό το πράγμα πρώτο πρώτο συνειδητοποίησε: Ότι είχε γίνει φτυστή η γιαγιά Σουλτάνα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση όπως θα της πει ο Λυκούργος, ο Λυκούργος της, αυτός που τη δίδαξε ότι η αγάπη δεν είναι κτήτορας, αλλά υπηρέτης εκείνου που αγάπησε. Ο Λυκούργος που την έμαθε ότι η αγάπη συμπάσχει, μοιράζεται, ανέχεται, συγχωρεί. Κι αυτή η συνειδητοποίηση έρχεται τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος. Στη στροφή των πενήντα και συνάμα σ’ εκείνη την ιδιαίτερη, μαγική ώρα που θαρρείς ότι η ζωή σου σταματάει να προχωράει και κοντοστέκεται, μόνο και μόνο για να σου δώσει την ευκαιρία να την κοιτάξεις στα μάτια. Να την καταλάβεις. Να την μαλώσεις για τα λάθη της, για τα λάθη σου. Να τη συμβουλέψεις, να της αλλάξεις πορεία, να τη διορθώσεις, να την προσγειώσεις αν πετάει απείθαρχα στα σύννεφα.
Τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος η Σουλτάνα βρίσκεται αντιμέτωπη με τα γαλάζια σαν θάλασσα μάτια του ξαδέρφου της του Σερχάτ. Υπομονετικός, σιωπηλός συνομιλητής, κρίκος γερός ανάμεσα στον ποντιακό εαυτό που της εμφύτευσε όσα χρόνια την ανάτρεφε η γιαγιά Σουλτάνα και συνάμα, αδύναμος κρίκος, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται αυτό, ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν της, ένα παρελθόν που έχει γεωγραφικό μήκος και πλάτος, καθώς έχει το σπίτι του στην Κερασούντα του Πόντου και από κει εξαπολύει μνήμες, αρώματα, γεύσεις, πίκρες, θυμό, θλίψη και μυστικά. Μυστικά που έπρεπε να μείνουν μυστικά γιατί αν φανερωθούν, φορτώνουν και με πρόσθετη θλίψη την ιστορική πορεία των Ποντίων κι άλλα προσωπικά μυστικά, κρυμμένα σ’ ένα τσίγκινο κουτί με φωτογραφίες μικρών κοριτσιών που είχε τραβήξει ο παππούς Μυρώδης, εκείνος που ανακάλυψε στα προχωρημένα πενήντα του, την κρυμμένη απ’ τους δικούς της γιαγιά Σουλτάνα μόλις στα δώδεκα, σ’ ένα ορφανοτροφείο όπου μόνο αν το ήθελε το ριζικό της όπως και συνέβη, μπόρεσε να την εντοπίσει ο Μυρώδης. Αλλά ο έρωτας ξετρυπώνει τα πάντα. Κι έτσι ο θείος για τη Σουλτάνα Μυρώδης αρχικά κι έπειτα σύζυγος, την έπεισε να γίνει δικιά του δίνοντας στον παιδικό τότε εαυτό της μιαν απλοϊκή υπόσχεση. Ότι δεν θα αφήσει κανέναν να της πειράξει την πλεξούδα.
Αυτή η πλεξούδα θα παίξει ρόλο καταλυτικό στην ιστορία της γιαγιάς και κατ’ επέκταση στην ιστορία και της εγγονής αλλά και στην έμπνευση της συγγραφέως. Η μακριά κάτω απ’ τη μέση πλεξούδα της γιαγιάς θα αποτελέσει το σημείο αναφοράς της αθωότητάς της αφενός και της τραγικότητας κάθε σημαντικής στιγμής της ζωής της αφετέρου. Η λερωμένη από περιττώματα πλεξούδα και η οσμή που θα αναδύει για μέρες όταν η αδερφή της Αρτεμισία που την κουβαλούσε στη ράχη της θα πεθάνει από δυσεντερία μετά από ατέρμονες παχύρευστες κενώσεις πάνω στα μαλλιά της γιαγιάς Σουλτάνας, κατά την πορεία της λευκής εξορίας, θα σηματοδοτήσει τη θλίψη, το πένθος, τα αισθήματα της απώλειας για καιρό ίσως και για πάντα σε μια μνήμη που είναι πλημμυρισμένη από πληγές. Η ίδια πλεξούδα τυλιγμένη αργότερα σαν φίδι μέσα σ’ ένα κουτί, μετά το θάνατο της γιαγιάς Σουλτάνας θα μεταφέρει το μαντάτο του θανάτου και συνάμα θα αποτελέσει το μόνο πράγμα από εκείνη για να το κλάψει η εκτουρκισμένη Ευδοξία η Οζγκιούλ, η άλλη αδερφή που έμεινε πίσω τότε με τον ξεριζωμό.
Αλλά και για τη συγγραφέα είναι προφανές ότι η πλεξούδα σαν σύμβολο αφενός και σαν τεχνική αφετέρου που ευρηματικότατα χρησιμοποίησε, υποσυνείδητα την οδήγησε να πλέξει τρεις διαφορετικές ιστορίες με μοναδική μαεστρία ώστε να φωτίσει το μέλλον μέσω του παρελθόντος και νσ ανοίξει κυριολεκτικά μια διώρυγα στο παρόν που θα την ενώσει με κάθε χωροχρονική διάσταση της ιστορίας του εαυτού της. Σχηματικά θα έλεγε κανείς ότι η συγγραφέας περιγράφει και εμβαθύνει στην προσωπική ιστορία της γιαγιάς Σουλτάνας που είναι συνυφασμένη με την ιστορία του ξεριζωμού των Ποντίων του όμοιου με την Κάθοδο των Μυρίων όπως αυτή περιγράφεται από τον Ξενοφώντα, η ιστορία της εγγονής Σουλτάνας ως αστυνομικού αφενός και ως ερωμένης του παντρεμένου, πιστού Λυκούργου στη Μερόπη την οποία περιθάλπουν μαζί ως το τέλος και στην αστυνομική ιστορία, στις παράξενες δολοφονίες δύο διευθυντών προσωπικού σε πολυεθνικές εταιρείες, πανομοιότυπες τόσο που η εγγονή Σουλτάνα ψυχανεμίζεται ότι η μια είναι αντιγραφή της άλλης απλώς και όχι προερχόμενες από το ίδιο φονικό χέρι.
Ακόμη και στο κομμάτι της αστυνομικής ιστορίας που μοιάζει ωστόσο περισσότερο με έναν καμβά πάνω στον οποίο η συγγραφέας κατάφερε να κεντήσει τις μνήμες της από το παρελθόν και να εμβαθύνει στα πιο επικίνδυνα σκότη της ποντιακής δικής της ψυχής και της ψυχής της γιαγιάς της, ανεμίζει μια αχτένιστη πλεξούδα, η πλεξούδα της κόρης του φονευθέντος διευθυντή προσωπικού Παπαγιάννη, μια ορφανή πλεξούδα, που αρνείται να επιτρέψει σε άλλον να βάλει σε τάξη τις ατίθασες τρίχες της, νοσταλγώντας μονάχα το πατρικό χέρι γι’ αυτή την ιεροτελεστία που κάθε πρωί ένωνε πατέρα και κόρη.
Κυρίαρχο στοιχείο ο Πόντος, ως θάλασσα, γεύση, χρώμα, φως, πατρίδα, νοσταλγία, σκοτάδι. Όλα αυτά τα στοιχεία έχουν εισβάλλει κι έχουν κυριέψει την συνείδηση αλλά και το ασυνείδητο της εγγονής. Λέξη λέξη η γιαγιά φύτευε στο χωράφι της ψυχής της εγγονής, τους σπόρους που ήθελε εκείνη, τις αξίες τις φερμένες μες στους μπόγους των προσφύγων. Πότε πότε ξεπετιόταν κάνα βλαστάρι διαφορετικό απ’ όσα της δίδαξε, όπως τότε που εγκατέλειψε το κορίτσι την ελεύθερη δικηγορία για να εργαστεί στην αστυνομία ή όπως όταν ερωτεύτηκε έναν άντρα έξω από τις προδιαγραφές της γιαγιάς που όριζαν ως πρωταρχικό κριτήριο την ποντιακή ρίζα. Αλλά και πάλι η γιαγιά με λίγες λέξεις κατάφερνε να το κορφολογήσει αναλόγως, να το προσαρμόσει στο προφίλ που εξαρχής είχε φροντίσει να δώσει στην εγγονή της, και πάλι η ζωή φρόντιζε να επαληθεύονται οι αξίες του παρελθόντος.
Ενδιαφέρουσα οπτική της κοσμοθεωρίας της γιαγιάς προβάλλεται από την πένα της συγγραφέως όταν παρουσιάζει τη στάση της γιαγιάς απέναντι στα εγκλήματα του Πόντιου Εθνικιστή Αντών Τσαούς.
«Σου το απαγορεύω να μιλήσεις γι’ αυτή την υπόθεση» είπε η γιαγιά και χτύπησε το χέρι στο τραπέζι. «Δεν σου το είπα για να το κάνεις βούκινο». Γλύκανε ψεύτικα και μου έπιασε το χέρι. Το αισθάνθηκα καυτό μετά τη δυνατή σύγκρουσή του με το τραπέζι . «Δεν κάνει τσικάρι μ’» με συμβούλευσε. « Ο Αντών Τσαούς είναι Πόντιος».
Ένας άγραφος κώδικας τιμής είναι βαρύ φορτίο για μια εγγονή κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της γιαγιάς της, είναι ένα βαρίδι ασήκωτο που δεν της επιτρέπει να κάνει εκείνο το βήμα προς τα μπρος για να προχωρήσει, ν’ αλλάξει, να βρει τον εαυτό που υπάρχει πέρα απ’ τα κύτταρα της γιαγιάς, της γενιάς. Όταν καταφέρνει αυτό τον κώδικα τιμής και τον σπάζει, την ίδια στιγμή που μαθαίνει τον ένοχο στην αστυνομική έρευνα που διενεργεί, την ίδια εποχή που ανακαλύπτει το φόβο ν’ αλλάξει σχήμα η έως τότε ερωτική της σχέση, όταν πεθαίνει η Μερόπη και ο Λυκούργος μπορεί να γίνει ολότελα δικός της, την ίδια εποχή πάνω-κάτω που φεύγει η γιαγιά Σουλτάνα μαζί με τον ίσκιο που παρακολουθεί συνέχεια τα βήματά της να μην βγουν έξω απ’ τα όρια της ποντιακής της ρίζας, τότε η Σουλτάνα, αντίκρυ στα γαλανά μάτια του Σερχάτ, αντίκρυ στον άλλο της, ανατολίτη εαυτό, παραδέχεται αλήθειες και επιτέλους βρίσκει απαντήσεις.
Δεν θα πω περισσότερα για την πλεξούδα των ιστοριών που οδηγούν όχι σε απλές αφηγήσεις αλλά στο αέρισμα εκείνο της σκέψης που απαιτείται πριν γίνει αναθεώρηση των περασμένων και προβεί καθένας στην ανακατάταξη των αρχών της ζωής του. Νιώθω την ανάγκη να μιλήσω για τη γλώσσα και την τεχνική της συγγραφέως που αποτελούν τον δεύτερο από τους δυο πόλους που καθιστούν ένα βιβλίο διαχρονικό, διαπεραστικό και εν προκεμένω ασύγκριτο.
Η συμπύκνωση λόγου είναι απαράμιλλη. Η απλότητά του σε καθηλώνει καθώς μέσα από καθημερινά περιστατικά η συναισθηματική φόρτιση που επιτυγχάνεται αποδεικνύει μια σχεδόν σοκαριστική λογοτεχνική μαεστρία. Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο αισθάνεσαι ότι τίποτα δεν έχει τοποθετηθεί τυχαία, ούτε ένας τόνος, ούτε ένα κόμμα, τίποτα δεν λείπει και τίποτε μα τίποτε δεν περισσεύει. Μοιάζει με μια σφιχτή σφαίρα που σημαδεύει και πετυχαίνει απευθείας την καρδιά του στόχου. Η γλώσσα είναι καυστική, με ιδιαίτερη ζωντάνια. Λέξεις της καθημερινότητας συνδυάζονται αρμονικά με λέξεις πιο σύνθετες ώστε το αισθητικό αποτέλεσμα να μην έχει καμία σχέση με ό,τι ονομάζουμε βερμπαλιστικό και βαρύγδουπο. Πρωτοστατεί το χιούμορ, ένα χιούμορ γλυκόπικρο που συμβάλλει στην εμβάθυνση και την ανάδειξη του τραγικού. Ένα χιούμορ αυθεντικό. Επίσης, υπάρχει μια ισοβαρής ανάπτυξη της εσωτερικής και της εξωτερικής δράσης των ηρώων και συνάμα κινείται ευέλικτα και παράλληλα στον κόσμο του φαίνεσθαι των ηρώων και του σκέπτεσθαι ή αισθάνεσθαι. Στόχος τόσο της ηρωίδας όσο και της συγγραφέως όχι μόνο η κατάκτηση της αυτογνωσίας αλλά και η χάραξη της νέας πορείας. Η απόφαση. Εκείνη η απόφαση που είναι απόδειξη μιας λύτρωσης και συνάμα της επιθυμίας να απαλλαγεί καθένας απ’ τις σκιές που κουβαλάει, κάνοντας το απαραίτητο ξεσκαρτάρισμα στ’ αμπάρια του απ’ τα φορτία που δεν τον ωφελούν και κρατώντας τα αναμνηστικά που συνθέτουν το αγαπημένο παρελθόν του εαυτού του.
Οι ήρωες της Μπάξερ πετυχαίνουν άψογα όχι μόνο το στόχο αυτής της αυτογνωσίας και αυτής της απόφασης αλλά ανάγλυφοι καθώς είναι, καταφέρνουν να ανασυνθέσουν μια ολόκληρη εποχή (όσοι είναι ενταγμένοι στην ιστορία της γιαγιάς Σουλτάνας) και ένα ολόκληρο κατεστημένο (όσοι είναι ενταγμένοι στην ιστορία της εξιχνίασης του εγκλήματος) και συνάμα καταφέρνουν να αποδείξουν το ρόλο της συντροφικότητας και των πολυσχιδών διαστάσεων της αγάπης όσοι (κυρίως η Σουλτάνα, ο Λυκούργος και η Μερόπη) δρουν στην ερωτική ιστορία της Σουλτάνας.
Υπάρχει μια γεωμετρία και μια ίση μεταχείριση των ηρώων στην ανάπτυξη των χαρακτήρων, της δράσης και του ψυχισμού τους που επιβεβαιώνουν ότι η Νοέλ Μπάξερ λειτούργησε όσον αφορά τη δομή του έργου της σχεδόν χειρουργικά μην αφήνοντας τίποτε στην τύχη.
Η γλώσσα τρέχει. Είναι καυτή, φυσική, ωμή όπου και όπως χρειάζεται. Διαθέτει το μέτρο εκείνο που δεν την κάνει ούτε υπερβολική, ούτε ανιαρή, ούτε ψεύτικη ούτε υπερφίαλη. Την κάνει πηγαία και αυθόρμητη γλώσσα των ηρώων που έχουν διαφορετικούς χαρακτήρες, οράματα, εμπειρίες και πληγές. Είναι γλώσσα που συνδυάζει την λιτότητα του σεναρίου και το βαθυστόχαστο χαρακτήρα της ποιητικής επιρροής. Γιατί το μυθιστόρημα της Νοέλ θα το χαρακτήριζα ως μια φιλοσοφική ποιητική οπτική μιας εποχής.
Οι ιδέες οι αραδιασμένες μπροστά σ’ ένα μουσαμαδένιο τραπεζομάντιλο που πεισματικά η γιαγιά δεν αλλάζει είναι μια σκηνή δυναμίτης που αποδεικνύει ότι η μια εικόνα ισοδυναμεί πράγματι με χίλιες λέξεις και έχει απαράμιλλη δυναμική. Η Νοέλ Μπάξερ την τεχνική της εικόνας και τη χρήση της απλοϊκής λεπτομέρειας που μεταμορφώνει την περιγραφή σε αγγελιοφόρο σημαντικών μηνυμάτων την κατέχει καλά. Ο μουσαμάς γίνεται ο ρυθμιστής κατά κάποιον τρόπο, ο ελεγκτής καλύτερα της παλιάς και της νέας ιδέας. Όπως ρυθμιστικό παράγοντα στην ιστορία παίζει η μάνα, η ξενιτεμένη στην Γερμανία που έχει αφήσει το παιδί στα χέρια της γιαγιάς, που άφησε το παιδί να μεγαλώσει μακριά απ’ τη ζύμωση της μεσολαβούσας εποχής και ως εκ τούτου ανάγκασε ην ψυχή να νιώσει το κενό της έλλειψης της ενδιάμεσης γενιάς. Άλλο κεφάλαιο κι αυτό, της απουσίας της μάνας στην ξενιτιά που ακροθιγώς αλλά δυναμικά αγγίζει η Νοέλ, αφήνοντας τα παιδιά να τρέφονται με μητρική στοργή απ’ τα μάτια στις φωτογραφίες, να τραυματίζονται θανάσιμα από απουσίες.
Το πιο καταλυτικό όμως στοιχείο του έργου είναι η αναφορά στην τραγωδία της Αντιγόνης και η αντιστοίχισή της με τη δράση του εγκλήματος στο έγκλημα που εξιχνιάζει η Σουλτάνα.
«Εκείνο που επιθυμούσα με τη βοήθεια του αρχαίου κειμένου ήταν να κλείσω την υπόθεση σε προσωπικό επίπεδο. Στο αρχείο της Σουλτάνας. Μου ήταν απαραίτητο, Σερχάτ, όχι μόνο απαλή επιθυμία, να κατανοήσω βήμα προς βήμα τι διαδραματίστηκε στους ανθρώπους αυτούς. Το τι συνέβη μέσα τους. Επρόκειτο για ζωτική ανάγκη εφάμιλλη της κινητήριας δύναμης του Μυρώδη. Περπατούσα στην κόψη του ξυραφιού, είχα επίγνωση, δεν ήμουν αμέτοχη για να βγω σώα.
«Ξέρεις πως τώρα περπατάς στου ξυραφιού την κόψη;» με προειδοποίησε μέσα από τις σελίδες της Αντιγόνης και ο μάντης Τειρεσίας. «Τις αρχές μου προδίδω κι ούτε δύναμαι τις πηγές των δακρύων να φράξω».
Έκλαψε η Σουλτάνα εκείνη τη μέρα όταν έσπασε το καλό φλιτζάνι της γιαγιάς, που το είχε φέρει κειμήλιο από το Κουρουτζού για να τη νιώθει κοντά της, να αφουγκράζεται τα λόγια και την ανάσα της να την ζεσταίνουν ακόμη και μετά το θάνατό της. Με λίγο λιγότερο Κουρουτζού θα έμενε από κείνη τη μέρα. Στα γόνατα βάλθηκε να μαζεύει απ’ το πάτωμα τα κομμάτια από το καλό φλιτζάνι της γιαγιάς κι έκλαιγε με λυγμούς. Κλαίγοντας τα άπλωσε στη φούστα της και προσπάθησε να συνθέσει πάλι το φλιτζάνι, να ελέγξει ότι δεν έλειπε από το θησαυρό ούτε κομματάκι. Κι ενώ έκανε αυτή τη δουλειά, αναγνώριζε ότι στην πραγματικότητα πήγαινε να βρει τους δικούς της νεκρούς. «Είναι νεκροί και φταίνε οι ζωντανοί για τη θανή τους» θα ξεπηδήσει ακόμη κι εκείνη τη στιγμή μια ταιριαστή φράση της Αντιγόνης, και μαζί με τα λόγια ένας ταιριαστός θυμός.
Απ’ το παρόν στο παρελθόν, κι απ’ το παρελθόν στο παρόν πάλι, μια σκυταλοδρομία αξιών, μια σκυταλοδρομία σκέψεων και συναισθημάτων, ένα ταξίδι ασταμάτητο με προορισμό το μέλλον αναζητώντας τις αποσκευές που θα έπαιρνε η Σουλτάνα μαζί της είναι αυτό το βιβλίο. Μέσα σε μια νύχτα δεν βρίσκει μόνο τον προορισμό της. Καταστρώνει και το χάρτη. Χτίζει καινούργια ζωή. Χτίζει το αύριο. Και είμαι σίγουρη ότι αυτό το αύριο θα εξασφαλίσει και στη δημιουργό της καθώς το έργο είναι γραμμένο και εξαρχής μοιρωμένο να εξασφαλίσει την αθανασία και τη διαχρονικότητα.

Κυριακή, 11 Απριλίου 2010

H ώρα της κρίσης!

Η ώρα της κρίσης!
Δέκα χρόνια στο χώρο των εκδόσεων και ακόμη να συνηθίσω! Κάθε φορά που ένα βιβλίο μου είναι υπό έκδοση έχω την ίδια εφιαλτική αίσθηση: Βρίσκομαι λέει στο χείλος ενός γκρεμού (άκρη άκρη όμως) και περιμένω με τα μάτια κλειστά να έρθει κάποιος που δεν γνωρίζω εκ προοιμίου το σκοπό του, δαίμονας ή άγγελος. Κι αυτός ο κάποιος ή που θα έρθει και θα μ’ αρπάξει απ’ τα μαλλιά όπως πιάνουν τον πνιγμένο για να με τραβήξει μακριά απ’ το γκρεμό ή που θα με σπρώξει και θα με κατασπαράξει το χάος. Κι όμως στέκομαι στην άκρη αυτού του γκρεμού και περιμένω... Ίσως και να αδημονώ... Κάποιοι φίλοι μου λένε ότι αυτό λέγεται τόλμη, κάποιοι άλλοι μαζοχισμός. Και κάποιοι τρίτοι το ονομάζουν απλώς τυχοδιωκτισμό. Εγώ ωστόσο το βλέπω αλλιώς: Είναι μια αίσθηση αλλόκοτη ύστερα από την παραζάλη της δημιουργίας.

Έπειτα από τη ζύμωση εικόνων, ιδεών, αισθημάτων, ύστερα από την ανασκαφή της ψυχής να αντλήσω ό,τι απόθεμα λέξης και έμπνευσης μπορεί να εντοπίσω που θα συμβάλλει να κάνω ένα όνειρο πραγματικότητα, (γιατί για μένα αυτό είναι κάθε βιβλίο, ένα όνειρο που παιδεύεται να γίνει πραγματικότητα, ένα σκίτσο της ψυχής που παλεύω να το κάνω σκίτσο με λέξεις στο χαρτί, και αυτή είναι η δυσκολία), κι αυτό σημαίνει οδύνη, ξενύχτι, φαγωμένα νύχια, μαύροι κύκλοι κάτω απ’ τα μάτια, σφιγμένο στομάχι, θυμός, σκισμένες σελίδες στο ήδη γεμάτο καλάθι των αχρήστων, σφαγμένες ώρες στο βωμό της εσωτερικής αναζήτησης ενός καταζητούμενου ονείρου. Κι έτσι, φτάνει η στιγμή της κρίσης, σαν ένα είδος Αποκάλυψης, ο γκρεμός όπου πρέπει να ισορροπήσω, να ξεχάσω την υψοφοβία μου, να προετοιμαστώ για την ήττα, για την αποτυχία, για τον Καιάδα ή τα Ιλίσια πεδία της κριτικής. Κάθε φορά τα ίδια κι ακόμη να συνηθίσω! Αλλά χαλάλι!

Μόλις τελειώνω ένα βιβλίο, έχω την αίσθηση ότι η ψυχή μου έχει ξεφορτωθεί ένα καρότσι πέτρες! Μη γελάτε! Έτσι ακριβώς νιώθω! Σαν να έχω πετροβολήσει μ’ αυτές έναν έναν τους προσωπικούς μου δαίμονες, εκείνους που μου έβαζαν τρικλοποδιές όσο καιρό παιδευόμουν να το γράψω. Εκείνους που με ανάγκαζαν για να με κάνουν χάζι, τη μέρα να γράφω και τη νύχτα να σβήνω σαν άλλη Πηνελόπη που ύφαινε τη μέρα και ξήλωνε τη νύχτα το σάβανο του Λαέρτη. Κι εγώ υπάκουγα. Ξανά και ξανά. Μου έβαζαν δύσκολα, μου άπλωναν μες στη σκέψη μου ένα κοφίνι λέξεις για να διαλέξω την κατάλληλη, θόλωναν το μυαλό μου όταν σκάρωνα την πλοκή, μ’ έκαναν ώρες ώρες να βαριέμαι τους ίδιους μου τους ήρωες και άλλοτε για καιρό να τους προδίδω με στερεμένη έμπνευση. Αλλά εγώ εκεί... Με παρωπίδες για όλη την άλλη μου ζωή, κοιτούσα το σκοπό μου... Να τελειώσω το βιβλίο και μέσω αυτού να νιώσω έστω για μια στιγμή πλήρης κι εγώ.

Κι έρχεται η ώρα να τελειώσει το βιβλίο.... Να γεννηθεί. Να ακουμπήσει τη σκέψη στο χαρτί κι αυτό να γίνει η απαλή φασκιά του. Κι έρχεται η ώρα να το πάρουν μια στοργική αγκαλιά οι αναγνώστες. Ή να μου το πετάξουν στον Καιάδα, ως χολό, ανάπηρο, μισερό... Έρχεται η ώρα της κρίσης, του φόβου, της αγάπης που θα πάρει ή δεν θα καταφέρει να κερδίσει...

Έκανα ένα σερφάρισμα προ ημερών στις κριτικές των βιβλίων που αναρτώνται στα greekbooks. Διαπίστωσα ότι δεν υπάρχει συγγραφέας που δεν έχει δεχτεί αρνητική κριτική. Ακόμη κι εκείνοι που θεωρώ ότι είναι κορυφαίοι. Όμως ξανάγραψαν, έζησαν, τόλμησαν, δημιούργησαν και μετά από αυτή γιατί δεν γράφουν για τους άλλους, αλλά για να ξεφορτωθούν αυτό το καρότσι με τις πέτρες που υπάρχει στην ψυχή κάθε δημιουργού, ή τουλάχιστον του αυθεντικού δημιουργού, κι αυτόν ευτυχώς οι αναγνώστες ξέρουν να τον αναγνωρίζουν. Κι αν αυτές οι πέτρες τύχει να φύγουν και να χαθούν στο άπειρο ή αν τους πετροβολήσουν οι αναγνώστες μ’ αυτές τις ίδιες πέτρες και τσαλακώσουν την ψυχή τους, οι πραγματικά άξιοι βρίσκουν τον τρόπο να κρύψουν το τραύμα στην άμμο και να το ξεχάσουν βυθιζόμενοι ξανά στην περισυλλογή που επιβάλλει το μυστήριο της γραφής. Ή ακόμη καλύτερα, πετυχαίνουν να κάνουν «το τραύμα προσευχή και δίδαγμα» και να προχωρήσουν.

Γιατί η γραφή είναι ένα αγνό, αρχαίο μυστήριο. Οι άνθρωποι των σπηλαίων πίστευαν πως ό,τι ζωγράφιζαν στα τοιχώματα των σπηλαίων αποκτούσε μια δύναμη μαγική και μπορούσε να γίνει απτή πραγματικότητα στην καθημερινότητά τους. Και οι μύστες της γραφής είναι κοσμοκαλόγεροι την ώρα που την υπηρετούν και αφοσιωμένοι όχι στο στόχο αλλά στην ανάγκη να χαρίσουν στον εαυτό τους την ίαση που επιτυγχάνεται μόνο όταν χαρίζουν στους άλλους κομμάτι κομμάτι την ψυχή τους, σαν τον Χριστό. Όπως εκείνος υπέμεινε τα πάντα στο όνομα της αγάπης του για τον άνθρωπο, έτσι και ο συγγραφέας πρέπει να βγαίνει πάνω απ’ τη στιγμή και ν’ ατενίζει το χρόνο πέρα απ’ τα όρια των ματιών στο όνομα της αγάπης του για την τέχνη.
Εν ολίγοις, αν θέλει κάποιος να σηκώσει το σταυρό της γραφής πρέπει πρώτα να μάθει το λόγο για τον οποίο θα το κάνει. Δεν ανεβαίνεις το Γολγοθά της γραφής για χάρη γούστου. Ο λόγος πρέπει να είναι σοβαρός. Όχι η δόξα, όχι η αναγνωρισιμότητα, όχι η ματαιοδοξία, όχι η υλική ανάγκη. Αν θέλει να λέγεται κάποιος συγγραφέας πρέπει να μάθει να υποφέρει στωικά και βουβά και να περιμένει το χρόνο να κρίνει... Αν θέλει να λέγεται συγγραφέας, πρέπει να μάθει ότι θα κρίνεται ανά πάσα στιγμή χωρίς ο ίδιος να κρίνει... Και η κρίση αυτή μπορεί άλλοτε να τον διδάσκει και άλλοτε να τον πνίγει γιατί μπορεί να είναι και άδικη... Όπως οι μοναχοί υπομένουν και τις πιο δύσκολες δοκιμασίες... Έτσι και οι συγγραφείς αντέχουν και τις πιο δύσκολες αποδοκιμασίες...

Την ώρα της κρίσης κρίνοντες γίνονται πολλοί. Άλλοι έμπειροι και γνώστες της γραφής και της βασάνου που τη χαρακτηρίζει και άλλοι αδαείς, που απορρίπτουν ό,τι αδυνατούν να καταλάβουν. Άλλοι καλοπροαίρετοι και άλλοι όχι. Όμως ο συγγραφέας απ’ τη στιγμή που εκτίθεται, θα μάθει να ακούει τους πάντες ταπεινά κι έπειτα θα φιλτράρει όσα ακούει. Θα μάθει να έχει την ενόραση που επιβάλλεται για να ξεχωρίζει την κριτική που έχει σκοπό να τον βοηθήσει να προχωρήσει στο άδυτο της λογοτεχνίας με βήμα πιο σταθερό αλλά και την κριτική που aπoδοκιμάζει, μόνο και μόνο επειδή δεν αντέχει το άπλετο φως ενός έργου, επειδή ασκείται από ημίτυφλους τυφλοπόντικες που αδυνατούν - και συνάμα δεν θέλουν - να δουν πέρα απ' τη μύτη τους. Και προπαντός θα μάθει ότι τίποτε δεν πρέπει να τον βγάλει απ’ το στόχο του, ν’ αδειάζει την ψυχή του από το βάρος που τον οδηγεί να γίνει μύστης της γραφής. Κι αν κάποιοι τον σπρώξουν στον γκρεμό και πέσει, αυτός που έχει αληθινό ταλέντο και ξέρει τι σημαίνει να είναι κάποιος μύστης της γραφής, θα σκαρφαλώσει πάλι και αργά ή γρήγορα θα αποδείξει με τη δουλειά του ότι αδικήθηκε.

Ο συγγραφέας οφείλει να αντέχει το τσαλάκωμα της αμφισβήτησης. Ωστόσο, κατανοεί συνήθως τα λάθη του ομοτέχνου του και είναι πιο επιεικής από έναν άλλο κριτικό που δεν έχει βιώσει την αγωνία της γραφής, επειδή ο ίδιος έχει περπατήσει τον ίδιο ακανθόσπαρτο δρόμο... Η κολακεία δεν τον ωφελεί γι' αυτό όταν του προσφέρεται, έχει το αισθητήριο της ανασφάλειας του καλλιτέχνη, που τον βοηθά να αποφεύγει τη θολή εικόνα για τον εαυτό του και το έργο του που του προσφέρει αυτή η πρακτική. Αν δεν διαθέτει αυτή τη χρήσιμη ανασφάλεια, αυτό είναι κακό σημάδι και για τη συγγραφική του οντότητα.
Μα πάνω και πέρα απ’ όλα, ένα έργο δεν γεννιέται για να προκαλέσει ίντριγκες και αντιδράσεις φανατισμού αλλά μόνο του στόχο έχει να προκαλέσει σκέψεις, να γίνει μέσο πνευματικής αφύπνισης και εποικοδομητικού διαλόγου. Ακόμη και η κριτική στην πλουραλιστική και δημοκρατική μας κοινωνία αποτελεί αξία ή απαξία ανάλογα από το πρόσωπο απ' το οποίο ασκείται κι επιπλέον από τη σύγκλιση των ιδεών των εμπειριών και το υπόβαθρο εκείνων που την ασκούν κι εκείνων που τη δέχονται. Ίσως γι' αυτό υπάρχουν είδη λογοτεχνίας αλλά δείκτης ποιότητας όλων αυτών των έργων είναι η επίτευξη της επικοινωνίας πομπού και δέκτη. Όλα τα έργα δεν απευθύνονται σε όλους ούτε το κοινό είναι ένα και ομοιογενές. Όπως και επικοινωνία δεν μπορεί να επιτευχθεί μεταξύ όλων των ανθρώπων.
Η λογοτεχνία ως μια μορφή επικοινωνίας έχει κανόνες σαν τις ανθρώπινες σχέσεις. Για να επικοινωνήσουν δυο άνθρωποι πρέπει νοητικά και συναισθηματικά να έχουν τη δυνατότητα να καταλάβουν και να αισθανθούν τους ίδιους κώδικες. Μα κι όταν αυτό δεν συμβαίνει, δεν παύει να υφίσταται ο υπεράνω όλων κανόνας του αλληλοσεβασμού. Το ίδιο ισχύει και στην τέχνη.

Η ώρα της κρίσης για έβδομη φορά κοντοζυγώνει! Την περιμένω! Καλοδεχούμενη η γνώμη ολωνών. Το χρέος απέναντι στον εαυτό μου το έχω κάνει! Ξαλάφρωσε η ψυχή μου! Μακάρι να έχω κάνει το χρέος μου και προς τους αναγνώστες μου! Μακάρι να έχω γίνει έστω και λίγο καλύτερη... Μακάρι να επικοινωνήσουμε όμορφα και ετούτη τη φορά! Το μόνο πράγμα που με προβληματίζει είναι αν μετά από τόσα χρόνια μπορώ να φέρω τον τίτλο του συγγραφέα αναλογιζόμενη πόσες προϋποθέσεις προανέφερα για να τολμώ να θεωρώ κάποιον γνήσιο μύστη της γραφής. Δέκα χρόνια ψάχνω την απάντηση. Κι ακόμη δεν την βρήκα...