Παρασκευή, 05 Μαρτίου 2010

Nιώθω θλίψη, οργή και θυμό!!!

Ένα γιατί σα θηλιά στο λαιμό μου... Ένας λυγμός σαν μπουκιά σφηνωμένη στο φάρυγγα... Μια ανάσα οδύνης που μοιάζει να τη φτύνει η ψυχή... Πόσα χρόνια παλεύουμε οι εργαζόμενοι σ' όλη τη γη, μα την αλήθεια, για ανθρώπινους όρους εργασίας; Για το ωράριο, για τις θεσμοθετημένες αμοιβές, για μια ζωή που να είναι κατ' ουσίαν και όχι κατ' όνομα "ΖΩΗ"; Αιώνες ολόκληρους ποτισμένοι με αίμα, με ιδρώτα... Βραχνιασμένα λαρύγγια απ' τη φωνή, απολυμένοι επειδή "μίλησαν" επειδή ζήτησαν αυτό που τους ανήκε, απαιτούν σήμερα να υπερασπίσουμε αυτό που οι ίδιοι με αγώνα κατάκτησαν. Την ανθρώπινη αξιοπρέπεια του εργαζόμενου. Και ρωτώ: Τι είναι αυτό που συνέβη σήμερα; Τι είναι αυτό που ονομάστηκε οικονομική κρίση; Βομβαρδίζομαι από δυο θεωρίες ή μάλλον υποψίες μέρες ολόκληρες. Η μια, είναι ότι κρίση σημαίνει πως ο άπλός φορολογούμενος πολίτης "πληρώνει" τα σπασμένα όσων καταχράστηκαν το χρήμα του κράτους. Εκείνοι που καλούνται να βουλώσουν τις τρύπες που άφησε το πλιάτσικο κάποιων... Κάποιων που κρύβονται μες στο κουκούλι της ανωνυμίας, ένα κουκούλι που το διαφυλάσσει καλά το ίδιο το σύστημα, αφού, ενώ ξέρει πού βρίσκεται, το αφήνει ακόμη να υπάρχει. Λες κι από κουκούλι θα γίνει μαγιά, η μαγιά που θα φτιάξει το ζυμάρι των νέων καταχραστών. Λες και πρέπει να εκκολαφθεί οπωσδήποτε η νέα γενιά της κατάχρησης... Ήμαρτον!
Η δεύτερη θεωρία - υποψία είναι ότι η κρίση είναι μια εικονική πραγματικότητα. Μια κατασκευή. Μια επινόηση του κεφαλαίου για να επαναφέρουν τον εργαζόμενο στη φεουδαρχική τάξη που "βολεύει". Σήκωνε κεφάλι ομολογουμένως τα τελευταία χρόνια. Απαίτησε να νιώσει άνθρωπος. Διεκδίκησε ελευθερία, ισότητα, βελτίωση των συνθηκών εργασίας, ελεύθερο χρόνο για να σκεφτεί, να εκφραστεί. Δεν συμφέρει όμως... Οι σκεπτόμενοι απαιτούν... Οι σκεπτόμενοι ανακαλύπτουν... Οι σκεπτόμενοι δεν σκύβουν... Έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος όμως για να σκύψουν... Ή ακόμη καλύτερα να γονατίσουν... Να πέσουν στα τέσσερα και να αποκτηνωθούν... Να μοιάσουν με εξημερωμένα αγρίμια, που τους αρκεί ένα χάδι κι ένα κόκκαλο...
Ένα πράγμα μόνο που δεν πρόβλεψαν. Ότι το αγρίμι όταν πεινάει τρώει ακόμη και τον αφέντη... Ότι η βία και το άδικο επιστρέφει εκεί που ανήκει. Είναι συμπαντική αρχή. Κανείς δεν τους το έμαθε;
Το να βλέπει κανείς πληγωμένο σ' ένα φορείο τον Μανώλη Γλέζο, στα ογδόντα φεύγα του είναι κατάντια.
Το να βλέπει κανείς έναν αγωνιστή με συνείδηση στους δρόμους σήμερα, σημαίνει ότι οι καιροί δεν είναι απλώς χαλεποί αλλά επικίνδυνοι.
Μήπως τελικά πρέπει να σκεφτούμε την εκδοχή της τρίτης και πιο δυσοίωσης θεωρίας; Μήπως τελικά Αντίχριστος είναι το ίδιο το Κεφάλαιο; Δυο σκέψεις έκανα απλώς... Γιατί νιώθω θλίψη, οργή και θυμό. Εσείς;

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2010

Έρνεστ Χέμινγουέι - μια συνέντευξη δυναμίτης

Έρνεστ Χεμινγουέι. Νομπελίστας αμερικανός συγγραφέας. Δημοσιογράφος με Pulitzer. Πολυταξιδεμένος. Από Αβάνα και Παρίσι μέχρι Κωνσταντινούπολη και Μακεδονία. Ζωή όλο απρόοπτα. Από την απώλεια μίας ολόκληρης βαλίτσας με όλο το λογοτεχνικό του έργο το 1922 μέχρι την αυτοκτονία του το 1961. Και οι γυναίκες του ξεχωριστό πληθωρικό κεφάλαιο.Καλύπτοντας τον ελληνοτουρκικό πόλεμο ως ανταποκριτής λένε πως μία ελληνίδα έκλεψε την καρδιά του. Η αινιγματική Τερέζα Δαμαλά: μία ντίβα της εποχής που υπήρξε και μοντέλο του Πικάσο. Το 1928 ο Χεμινγουέι ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Κούβα, ενώ ακολούθησε ένα δεύτερο ταξίδι εκεί το 1932. Είχε ήδη παντρευτεί και χωρίσει με την Χάντλι Ρίτσαρντσον και από το 1927 ήταν παντρεμένος με την Πολίν Φάιφερ. Κατά τη διάρκεια του γάμου του σύναψε σχέσεις με την Τζέιν Μέισον, σύζυγο φίλου του που φιλοξενούσε στην Κούβα. Το 1939 ξαναπαντρεύτηκε, με τη Μάρθα Γκέλχορν αυτή τη φορά, με την οποία αγόρασε τη βίλα Φίνκα Βίχια, που λειτουργεί σήμερα ως Μουσείο Χέμινγουεϊ. Ακολούθησε όμως και άλλος ένας γάμος, με τη Μέρι Γουέλς, το 1946.Όλα πληθωρικά. Αλλά κυρίως ο αφηγηματικός λόγος του. Το βραβείο Νόμπελ το πήρε το 1954 για "τον δυναμισμό και τον απόλυτο έλεγχο του ύφους του και για την επίδρασή του στην τέχνη της μοντέρνας αφήγησης."Σ' εκείνη την περίοδο τοποθετείται χρονικά και η συνέντευξη που έδωσε στον Τζώρτζ Πλίμτον. Ακολουθεί απόσπασμά τηςGEORGE PLIMPTON [ΤΖΩΡΤΖ ΠΛΙΜΤΟΝ]: Είναι ευχάριστες οι ώρες που αφιερώνετε στο γράψιμο;ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Πολύ.ΠΛΙΜΤΟΝ: Θα μπορούσατε να μου πείτε κάτι γι' αυτή τη διαδικασία; Πότε γράφετε; Τηρείτε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα;ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Όταν δουλεύω ένα βιβλίο ή ένα διήγημα, γράφω κάθε πρωί πολύ νωρίς, αν είναι δυνατόν αμέσως μετά το χάραμα. Δεν σ' ενοχλεί κανείς τέτοια ώρα, έχει δροσιά, ή και κρύο, και ζεσταίνεσαι όσο προχωρείς στο γράψιμο. Διαβάζεις ό,τι έχεις γράψει και, εφόσον πάντα σταματάς όταν ξέρεις τι θα γίνει παρακάτω, συνεχίζεις από κείνο το σημείο πια. Γράφεις ώσπου να φτάσεις πάλι σ' ένα σημείο όπου είσαι ακόμη ακμαίος, διατηρείς το ζουμί σου, και ξέρεις τι θα γίνει παρακάτω και σταματάς και προσπαθείς να ζήσεις ίσαμε την επόμενη μέρα όταν στρώνεσαι πάλι στη δουλειά. Έχεις αρχίσεις στις έξι το πρωί, ας πούμε, και μπορείς να συνεχίσεις ως το μεσημέρι ή και να σταματήσεις πιο πριν. Όταν σταματάς, είσαι άδειος, αλλά ποτέ εντελώς άδειος και συνάμα ικανοποιημένος, όπως όταν έχεις κάνει έρωτα με κάποιαν που αγαπάς. Τίποτα δεν μπορεί να σε βλάψει, τίποτα δεν μπορεί να συμβεί, τίποτα δεν έχει σημασία μέχρι την επόμενη μέρα που ξαναπιάνεις δουλειά. Αυτή η αναμονή μέχρι την επόμενη μέρα είναι το δύσκολο.ΠΛΙΜΤΟΝ: Μπορείτε να βγάλετε από το μυαλό σας το βιβλίο που δουλεύετε όταν πια απομακρύνεστε από τη γραφομηχανή;ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Φυσικά. Αλλά χρειάζεται πειθαρχία γι' αυτό, και την αποκτάς αυτή την πειθαρχία. Πρέπει να την αποκτήσεις.ΠΛΙΜΤΟΝ: Επιμελείστε το κείμενό σας όταν το ξαναδιαβάζετε έως το σημείο που το αφήσατε την προηγούμενη μέρα;ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Πάντα το κάνω αυτό, το ξαναγράφω το κείμενο. Όταν τελειώνει, φυσικά ξανακοιτάω πάλι όλο το βιβλίο. Έχεις ακόμη μία ευκαιρία να ξαναγράψεις και να διορθώσεις ορισμένα σημεία όταν κάποιος άλλος έχει κάνει τη δακτυλογράφηση και το βλέπεις καθαρό στο χαρτί.ΠΛΙΜΤΟΝ: Γράφετε πολλές φορές το ίδιο κομμάτι;ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Εξαρτάται. Έγραψα το τέλος του Αποχαιρετισμού στα Όπλα, την τελευταία σελίδα, τριάντα εννέα φορές πριν με ικανοποιήσει απολύτως.ΠΛΙΜΤΟΝ: Υπήρχε κάποιο τεχνικό πρόβλημα; Τι σας απασχολούσε;ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Το να βρω τις σωστές λέξεις.ΠΛΙΜΤΟΝ: Η εκ νέου ανάγνωση βγάζει το "ζουμί" στην επιφάνεια;ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Η εκ νέου ανάγνωση σε φέρνει στο σημείο όπου πρέπει να συνεχίσεις, ξέροντας πια ότι είναι τόσο καλό όσο το μπόρεσες. Πάντα υπάρχει ζουμί κάπου.ΠΛΙΜΤΟΝ: Υπάρχουν ωστόσο στιγμές που απουσιάζει εντελώς η έμπνευση;ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Φυσικά. Αλλά αν έχεις σταματήσει στο σημείο όπου ξέρεις πολύ καλά τι θα συμβεί παρακάτω, μπορείς να συνεχίσεις. Όταν μπορείς να ξαναρχίσεις, τότε όλα είναι εντάξει. Το ζουμί θα έρθει.ΠΛΙΜΤΟΝ: Ο Θόρντον Γουάιλντερ μιλάει για μνημοτεχνική, η οποία βοηθάει τον συγγραφέα να συνεχίσει τη δουλειά της ημέρας. Λέει ότι κάποτε του είπατε πως είχατε ξύσει είκοσι μολύβια.ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Δεν νομίζω ότι είχα ποτέ είκοσι μολύβια ταυτοχρόνως. Το να λιώσεις εφτά μολύβια νούμερο δύο σε μια μέρα είναι πολύ ικανοποιητική δουλειά.ΠΛΙΜΤΟΝ: Εργαστήκατε καλύτερα σε κάποια από τα μέρη όπου γράφατε; Το Ξενοδοχείο Άμπος Μούντος θα πρέπει να ήταν ένα τέτοιο μέρος, αν κρίνω από τα βιβλία που γράψατε εκεί. Ή δεν σας επηρεάζει και πολύ το περιβάλλον;ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Το Ξενοδοχείο Άμπος Μούντος στην Αβάνα είναι ένα πολύ καλό μέρος για γράψιμο. Και αυτή εδώ η Φίνκα είναι θαυμάσιο μέρος, ή ήταν. Αλλά έχω δουλέψει καλά παντού. Εννοώ ότι μπόρεσα να γράψω όσο πιο καλά μπορούσα κάτω από πολλές και διαφορετικές συνθήκες. Τη δουλειά την εμποδίζουν το τηλέφωνο και οι επισκέπτες.ΠΛΙΜΤΟΝ: Είναι απαραίτητη η συναισθηματική σταθερότητα για να γράψει κανείς καλά; Μου είπατε κάποτε ότι μπορείτε να γράψετε καλά μονάχα αν είστε ερωτευμένος. Θα θέλατε να πείτε κάτι περισσότερο γι' αυτό;ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Τι ερώτηση. Αλλά μπράβο για την προσπάθεια Μπορείς να γράψεις οποτεδήποτε αρκεί να σε έχουν αφήσει μόνο σου και να μη σε διακόπτουν. Ή μάλλον αν είσαι αρκετά σκληρός, και άσπλαχνος ακόμη, απέναντι στις οχλήσεις. Πάντως, γράφεις καλύτερα όταν είσαι ερωτευμένος. Κι αν δεν σε πειράζει, δεν θα ήθελα να επεκταθώ άλλο σ' αυτό.ΠΛΙΜΤΟΝ: Και η οικονομική ασφάλεια; Μπορεί να είναι επιζήμια στο καλό γράψιμο;ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Αν έρθει το χρήμα πολύ νωρίς και αγαπάς την καλή ζωή όσο και τη δουλειά σου θα χρειαστεί μεγάλη δύναμη χαρακτήρα για να αντισταθείς. Απ' τη στιγμή που το γράψιμο γίνει το μεγαλύτερο πάθος και η μεγαλύτερη ηδονή σου, μονάχα ο θάνατος μπορεί να το σταματήσει. Και τότε, η οικονομική ασφάλεια αποτελεί μεγάλη βοήθεια γιατί σε απαλλάσσει απ' την ανησυχία. Η ανησυχία καταστρέφει την ικανότητα για γράψιμο. Η κακή υγεία επίσης βλάπτει καθόσον προκαλεί ανησυχία που επιτίθεται στο υποσυνείδητό σου και καταστρέφει τ' αποθέματά σου.ΠΛΙΜΤΟΝ: Μπορείτε να θυμηθείτε τη συγκεκριμένη στιγμή που αποφασίσετε να γίνετε συγγραφέας;ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Όχι, ανέκαθεν ήθελα να γίνω συγγραφέας.ΠΛΙΜΤΟΝ: Ο Philip Young στο βιβλίο που έγραψε για σας εικάζει ότι το τραυματικό σοκ όταν λαβωθήκατε από όλμο το 1918 σας επηρέασε πολύ ως συγγραφέα. Θυμάμαι ότι στη Μαδρίτη σχολιάσατε τη θέση του και είπατε ότι δεν συμφωνείτε, τονίζοντας ότι κατά τη γνώμη σας η σκευή του συγγραφέα δεν είναι επίκτητο χαρακτηριστικό, αλλά κληρονομημένο, με την έννοια του Μέντελ.ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Προφανώς εκείνη τη χρονιά στη Μαδρίτη δεν ήταν σε θέση ο εγκέφαλός μου να κάνει βαθιές σκέψεις. Το μόνο πράγμα που θυμάμαι είναι ότι μίλησα παρεμπιπτόντως και με μεγάλη συντομία για το βιβλίο του κυρίου Γιανγκ και για την θεωρία του περί λογοτεχνίας και ψυχικού τραύματος. Ίσως δύο διασείσεις και ένα κρανιακό κάταγμα εκείνη το χρονιά να με είχαν κάνει κάπως ανεύθυνο στις δηλώσεις μου. Θυμάμαι πάντως ότι σου είπα πως πίστευα ότι η φαντασία θα μπορούσε να είναι αποτέλεσμα κληρονομημένης φυλετικής εμπειρίας. Ακούγεται καλό σαν κουβέντα ύστερα από μια γερή διάσειση, κι αυτό είναι όλο. Έτσι λοιπόν, μέχρι το επόμενο απελευθερωτικό τραύμα, ας το αφήσουμε έτσι. Συμφωνείς; Σ' ευχαριστώ, παρεμπιπτόντως, που δεν ανέφερες ονόματα που ίσως είχα εμπλέξει στη συζήτηση. Το διασκεδαστικό στον προφορικό λόγο είναι ότι εξερευνάς δυνατότητες και ενδεχόμενα, αλλά πολύ από δαύτον και ό,τι είναι ανεύθυνο δεν θα πρέπει να μεταφέρεται στον γραπτό λόγο. Άπαξ και γραφτεί κάτι, θα πρέπει να το υπερασπιστείς. Μπορεί να το έχεις πει για να δεις αν το πιστεύεις πράγματι ή όχι. Όσο για την ερώτηση που έθεσες, οι επιπτώσεις των τραυματισμών ποικίλουν πολύ. Οι απλοί τραυματισμοί που δεν έχουν αποτέλεσμα κάποια σπασμένα κόκαλα, δεν σε επηρεάζουν πολύ. Καμιά φορά τονώνουν την αυτοπεποίθηση. Οι τραυματισμοί που επιφέρουν σημαντική ζημιά στα κόκαλα και στα νεύρα δεν κάνουν καλό στους συγγραφείς, όπως και σε κανέναν άλλο.ΠΛΙΜΤΟΝ: Τι θα θεωρούσατε καλύτερη πνευματική εκπαίδευση για έναν επίδοξο συγγραφέα;ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Ας πούμε ότι θα έπρεπε να πάει να κρεμαστεί επειδή βρίσκει ότι το να γράψεις καλά είναι τρομερά δύσκολο. Μετά θα έπρεπε να τον τσακίσουν ανελέητα, και ν' αναγκαστεί κατόπιν από τον ίδιο του τον εαυτό να γράψει όσο πιο καλά μπορεί για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Αν μη τι άλλο, θα έχουμε την ιστορία του απαγχονισμού γι' αρχή.ΠΛΙΜΤΟΝ: Τι πιστεύετε για εκείνους που σταδιοδρομούν στα πανεπιστήμια; Θεωρείτε ότι τόσοι και τόσοι συγγραφείς που καταλαμβάνουν έδρες διδασκαλίας έχουν συμβιβαστεί, έχουν εκθέσει τη λογοτεχνική τους σταδιοδρομία;ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Εξαρτάται. Από το πώς εννοούμε το συμβιβάζομαι και το εκτίθεμαι. Με την έννοια μιας γυναίκας που εκτίθεται; Ενός πολιτικού που συμβιβάζεται; Ή εννοούμε τον συμβιβασμό που κάνεις με τον παντοπώλη ή με τον ράφτη σου όταν κανονίζεις να πληρώσεις λίγο παραπάνω αλλά αργότερα; Ο συγγραφέας που και γράφει και διδάσκει θα πρέπει να είναι ικανός και για τα δύο. Πολλοί δυνατοί συγγραφείς έχουν αποδείξει ότι είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Εγώ δεν θα μπορούσα να το κάνω, το ξέρω, και θαυμάζω εκείνους που στάθηκαν ικανοί να το κάνουν. Θα έλεγα πάντως ότι η πανεπιστημιακή σταδιοδρομία βάζει ένα τέλος σε μια περίοδο εξωτερικών εμπειριών, κι αυτό μπορεί να περιορίσει τη γνώση που έχεις για τον κόσμο. Η γνώση, ωστόσο, απαιτεί όλο και μεγαλύτερη υπευθυνότητα από έναν συγγραφέα και κάνει όλο και πιο δύσκολο το γράψιμο. Το να προσπαθείς να γράψεις κάτι με αέναη αξία είναι μια δουλειά αδιάλειπτη, παρότι οι ώρες που δαπανώνται στο ίδιο το γράψιμο μπορεί να είναι λίγες. Ο συγγραφέας μπορεί να συγκριθεί μ' ένα πηγάδι. Υπάρχουν πολλών ειδών πηγάδια, υπάρχουν πολλών ειδών συγγραφείς. Το σημαντικό είναι να έχει καλό νερό το πηγάδι, και είναι καλύτερα να αντλείς τακτικά μια συγκεκριμένη ποσότητα παρά να το αδειάσεις όλο το πηγάδι και να περιμένεις να ξαναγεμίσει.ΠΛΙΜΤΟΝ: Θα συνιστούσατε σ' έναν νέο συγγραφέα να δουλέψει στις εφημερίδες; Πόσο σας βοήθησε η θητεία στην Kansas City Star;ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Στην Star αναγκαζόσουν να μάθεις να γράφεις απλές δηλωτικές προτάσεις. Αυτό είναι χρήσιμο στον καθένα. Η δουλειά στις εφημερίδες δεν θα βλάψει τον νεαρό συγγραφέα και θα μπορούσε να τον βοηθήσει, αρκεί να ξεκόψει εγκαίρως. Παραείναι κοινότοπο αυτό που λέω, αλλά αν κάνεις σε κάποιον τετριμμένες ερωτήσεις θα λάβεις τετριμμένες απαντήσεις.ΠΛΙΜΤΟΝ: Γράψατε κάποτε στην Transatlantic Review ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο αξίζει να δημοσιογραφείς είναι τα καλά λεφτά. Είπατε: "Κι όταν καταστρέφεις ό,τι είναι για σένα πολύτιμο με το να γράφεις γι' αυτό, θέλεις τουλάχιστον να πληρωθείς γερά". Πιστεύετε ότι το γράψιμο είναι ένα είδος αυτοκαταστροφής;ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Δεν θυμάμαι να έχω γράψει κάτι τέτοιο. Ακούγεται ανόητο και βίαιο για να έχω πει τέτοιο πράγμα, και μάλλον θα το είπα προκειμένου να κάτσω να σκεφτώ και να πω κάτι λογικό. Πάντως, δεν πιστεύω ότι το γράψιμο είναι ένα είδος αυτοκαταστροφής, καίτοι η δημοσιογραφία, στο σημείο που έχει φτάσει, μπορεί να είναι μια καθημερινή δόση αυτοκαταστροφής για έναν σοβαρό συγγραφέα.ΠΛΙΜΤΟΝ: Πιστεύετε ότι το πνευματικό κέντρισμα απ' την συνάφεια με άλλους συγγραφείς έχει κάποια αξία για έναν συγγραφέα;ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Φυσικά.ΠΛΙΜΤΟΝ: Στη δεκαετία του είκοσι, στο Παρίσι, είχατε την αίσθηση ότι αποτελείτε "ομάδα" με άλλους συγγραφείς και καλλιτέχνες;ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Όχι. Δεν υπήρχε η αίσθηση κάποιας ομάδας. Σεβόμασταν ο ένας τον άλλον. Σεβόμουν πολλούς ζωγράφους, μερικοί ήσαν συνομήλικοί μου, άλλοι ήσαν μεγαλύτεροι - τον Γκρις, τον Πικάσο, τον Μπρακ, τον Μονέ, ζούσε ακόμη - και μερικούς συγγραφείς: τον Τζόυς, τον Έζρα, την καλή Στάιν...ΠΛΙΜΤΟΝ.: Όταν γράφετε, επηρεάζεστε ποτέ από ό,τι διαβάζετε εκείνο τον καιρό;ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Όχι από την εποχή που έγραφε ο Τζόυς τον Οδυσσέα. Δεν ήταν άμεση η επίδρασή του. Αλλά εκείνο τον καιρό, που πολλές λέξεις ήσαν απαγορευμένες για μας και έπρεπε να δώσουμε μάχες για την κάθε λέξη, η επίδραση του έργου του άλλαξε τα πάντα, και κατέστη δυνατόν να παραμερίσουμε κάμποσους περιορισμούς.ΠΛΙΜΤΟΝ: Μπορούσατε να μάθετε κάτι σχετικά με το γράψιμο από άλλους συγγραφείς; Μου λέγατε χθες ότι ο Τζόυς, επί παραδείγματι, δεν άντεχε ποτέ να μιλάει για το γράψιμο.ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Όταν κάνεις παρέα με ανθρώπους της συντεχνίας σου, είναι φυσικό να μιλάς για τα βιβλία άλλων συγγραφέων. Όσο πιο καλός είναι ένας συγγραφέας, τόσο λιγότερο μιλάει για όσα έχει γράψει ο ίδιος. Ο Τζόυς ήταν ένας πολύ μεγάλος συγγραφέας κι εξηγούσε τι έκανε μονάχα στους βλαμμένους. Οι συγγραφείς τους οποίους σεβόταν υποτίθεται ότι ήσαν ικανοί να καταλάβουν τι έκανε διαβάζοντάς τον.ΠΛΙΜΤΟΝ: Τα τελευταία χρόνια φαίνεται ότι αποφεύγετε την παρέα άλλων συγγραφέων. Γιατί;ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Είναι λίγο πιο περίπλοκο αυτό. Όσο προχωρείς στο γράψιμο τόσο πιο μόνος μένεις. Οι πιο πολλοί παλιοί σου φίλοι, οι καλύτεροι κι οι μεγαλύτεροι, πεθαίνουν. Άλλοι πάνε και μένουν μακριά. Απομακρύνονται. Τους βλέπεις αραιά και πού, αλλά γράφεις κι έχεις την ίδια επαφή μαζί τους σαν να βρίσκεστε μαζί στο καφενείο, όπως τον παλιό καλό καιρό. Ανταλλάσσετε επιστολές, χιουμοριστικές, μερικές φορές χαριτωμένα αισχρές και αμέριμνες, κι είναι σαν να είσαστε μαζί και να τα λέτε. Αλλά είσαι όλο και πιο μόνος γιατί έτσι πρέπει να δουλεύεις και γιατί ο χρόνος που σου μένει για δουλειά λιγοστεύει ολοένα, κι αν τον χαραμίσεις νιώθεις ότι διαπράττεις ένα αμάρτημα για το οποίο δεν υπάρχει συγχώρεση.ΠΛΙΜΤΟΝ: Ποιους θα αναφέρατε ως λογοτεχνικούς σας προγόνους - εκείνους από τους οποίους μάθατε τα πιο πολλά;ΧΕΜΙΝΓΟΥΪ: Έχουμε και λέμε: Μαρκ Τουέιν, Φλωμπέρ, Σταντάλ, Μπαχ, Τουργκένιεφ, Τολστόι, Ντοστογιέφσκι, Τσέχωφ, Άντριου Μάρβελλ, Τζον Ντον, Μωπασάν, ο καλός Κίπλινγκ, Θορώ, Captain Marryat, Σαίξπηρ, Μότσαρτ, Κεβέδο, Δάντης, Βιργίλιος, Τιντορέττο, Ιερώνυμος Μπος, Μπρύγκελ, Patinir, Γκόγια, Τζόττο, Σεζάν, Βαν Γκογκ, Γκωγκέν, Άγιος Ιωάννης του Σταυρού, Γκόνγκορα - θα έπαιρνε μια ολόκληρη μέρα για να τους θυμηθώ όλους. Κι ύστερα θα φαινόταν σαν να επαίρομαι για μιαν ευρυμάθεια που δεν την έχω αντί να προσπαθήσω να θυμηθώ όλους εκείνους που επηρέασαν τη ζωή και το έργο μου. Δεν είναι καμιά παλιά βαρετή ερώτηση. Είναι πολύ καλή αλλά σοβαρή ερώτηση και απαιτεί πολύ συνειδητή εξέταση. Βάζω και ζωγράφους μέσα, γιατί έμαθα από ζωγράφους πώς να γράφω όσο και από συγγραφείς. Θα ρωτήσεις πώς γίνεται αυτό; Θα πάρει άλλη μια ολόκληρη μέρα να το εξηγήσω. Απ' την άλλη, αυτά που μαθαίνεις από συνθέτες και από τη μελέτη της αρμονίας και της αντίστιξης είναι μάλλον προφανή.ΠΛΙΜΤΟΝ: Ξαναδιαβάζετε τους συγγραφείς που αναφέρατε πριν; Τον Τουέιν, φέρ' ειπείν.ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Πρέπει να περιμένεις δύο-τρία χρόνια για τον ξαναδιαβάσεις τον Τουέιν. Τον θυμάσαι πολύ καλά. Διαβάζω Σαίξπηρ κάθε χρόνο, πάντα τον Ληρ. Σε τονώνει αν τον διαβάζεις, κάθε φορά σε τονώνει.ΠΛΙΜΤΟΝ: Άρα το διάβασμα παραμένει μόνιμη ασχολία και απόλαυση.ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Πάντα διαβάζω βιβλία - όσα κι αν είναι. Εφοδιάζομαι διαρκώς, και δεν ξεμένω ποτέ.ΠΛΙΜΤΟΝ: Θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε για λίγο στον κατάλογο των ονομάτων και να πούμε δυο λόγια για έναν από τους ζωγράφους - τον Ιερώνυμο Μπος, για παράδειγμα; Η εφιαλτική συμβολική χροιά του έργου του φαίνεται πολύ απομακρυσμένη από τη δική σας οπτική.ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Έχω εφιάλτες, και ξέρω και για τους εφιάλτες άλλων ανθρώπων. Αλλά δεν είναι ανάγκη να γράφεις γι' αυτούς. Οτιδήποτε μπορείς να παραλείψεις από αυτά που ξέρεις εξακολουθεί να υπάρχει στο γράψιμό του και θα φανεί η ποιότητά του. Όταν ένας συγγραφέας παραλείπει κάποια πράγματα που δεν ξέρει, φαίνονται σαν τρύπες στο γράψιμό του.ΠΛΙΜΤΟΝ: Αυτό σημαίνει ότι μια εμπεριστατωμένη γνώση του έργου των ανθρώπων στον κατάλογό σας βοηθάει στο να γεμίσει το "πηγάδι" που αναφέρατε πριν; Ή επρόκειτο για συνειδητή βοήθεια στην ανάπτυξη των τεχνικών της γραφής σας;ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Αποτελούσαν μέρος της διαδικασίας μάθησης να βλέπω, να ακούω, να αισθάνομαι και να μην αισθάνομαι, και να γράφω. Το πηγάδι βρίσκεται εκεί όπου είναι το "ζουμί" σου. Κανένας δεν ξέρει από τι είναι φτιαγμένο, και λιγότερο απ' όλους εσύ ο ίδιος. Αυτό που ξέρεις είναι αν το έχεις, ή αν πρέπει να περιμένεις να σου έρθει ξανά. ΠΛΙΜΤΟΝ: Θα δεχόσαστε ότι υπάρχει συμβολισμός στα μυθιστορήματά σας;ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ: Υποθέτω ότι υπάρχουν σύμβολα, αφού δεν παύουν οι κριτικοί να ανακαλύπτουν τέτοια. Εάν δεν σε πειράζει, αντιπαθώ το να μιλάω γι' αυτά και να μου κάνουν ερωτήσεις για αυτά. Είναι ήδη αρκετά δύσκολο το να γράφεις βιβλία και ιστορίες, δεν είναι ανάγκη να ζητάνε να τα εξηγήσεις κι από πάνω. Επίσης, κλέβεις έτσι τη δουλειά απ' τους ερμηνευτές. Εάν πέντε ή έξι καλοί ερμηνευτές μπορούν και θέλουν να συνεχίσουν έτσι, γιατί να τους αποθαρρύνω εγώ; Διαβάστε ό,τι γράφω για την απόλαυση του πράγματος. Ό,τι άλλο ανακαλύψετε εκεί θα είναι το μέτρο των αναγνωστικών σας εφοδίων.

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

Το πορτρέτο της σιωπής από την Τέσυ Μπάιλα Βενετούλη

Το πορτρέτο της σιωπής
H πιο συνηθισμένη αντίληψη σχετικά με την τέχνη, είναι ότι ο δημιουργός περιμένει την έμπνευση για να δημιουργήσει το έργο του και αυτή η θέση είναι κάτι που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Όσο βάσιμη ωστόσο είναι ετούτη η αντίληψη άλλο τόσο ισχυρή είναι η θέση ότι κάθε ήρωας δεν αποτελεί απλώς έμπνευση για ένα δημιουργό, αλλά περιμένει μια συγκεκριμένη δημιουργική προσωπικότητα για να αποκτήσει υπόσταση.
Με απλά λόγια δεν μπορεί οποιοσδήποτε να πλάσει και να διαπλάσει οποιονδήποτε ήρωα. Απαιτούνται συγκεκριμένο γνωστικό υπόβαθρο, συγκεκριμένα αισθητήρια, συγκεκριμένη συναισθηματική υπόσταση και συγκεκριμένα περιβαλλοντικά ερεθίσματα (αρχές γαλούχησης, επιλογή τρόπου ζωής, διαβάσματα, οικογενειακό, κοινωνικό, ιστορικό πλαίσιο) για να σμιλευτεί η προσωπικότητα ενός ήρωα, παράγοντες που καθορίζουν και επηρεάζουν την προσωπικότητα του ίδιου του συγγραφέα και τον τρόπο θέασης του κόσμου απ’ αυτόν.
Στην περίπτωση του πορτρέτου της σιωπής θα τολμήσω να πω ότι το συγκεκριμένο θέμα και ο συγκεκριμένος ήρωας περίμεναν το δημιουργό που θα κατάφερνε να το ντύσει με την κατάλληλη γλώσσα, το ύφος και την πλοκή. Περίμενε την πένα που θα ήταν ικανή να ερμηνεύσει να αποκωδικοποιήσει με εκφραστικό τρόπο και συνάμα εύληπτο και άμεσο τρόπο την ιδέα που πραγματεύεται.
Γιατί το πορτρέτο της σιωπής τόσο ως σύλληψη, ως αρχική ιδέα όσο και ως υλοποίηση, ως εκπεφρασμένη άποψη και θέση για τον κόσμο, τη ζωή και τις αξίες που πρέπει να την διαπνέουν είναι ένα έργο απαιτήσεων.
Μπορεί λοιπόν το έργο αυτό να είναι το αποτέλεσμα εκείνης της σπίθας που ονομάζουμε έμπνευση, ο κεντρικός ήρωάς του όμως, ο Χριστόφορος, είναι ένα γέννημα της ψυχής της Τέσυς Μπάιλα που μόνο από τη συγκεκριμένη συγγραφέα θα μπορούσε να δημιουργηθεί, αφού συγκεντρώνει όλες τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις.
Οι ήρωες
Όπως η ίδια αναφέρει χαρακτηριστικά στο βιβλίο της, ο ήρωάς της «είναι ένας αναχωρητής του αισθητού, που έψαχνε όμως ένα μονοπάτι μέσα από τις αισθήσεις. Αναζητούσε την αθέατη ομορφιά του κόσμου, την αόρατη φύση του. Δεν έψαχνε να βρει τον Ποιητή ουρανού και γης, αλλά την ίδια την Ποίηση, την κρυμμένη καλά μέσα του. Ένας ποιητής ο ίδιος που προσπαθούσε να ανακαλύψει μια προσωπική ταυτότητα για να ορίσει τα όνειρά του. Το δοξάρι του άγγιζε τις χορδές, όπως ένα βλέμμα ξέρει να γλιστρά πάνω στην αγαπημένη σάρκα για να χαρίσει στοργή, με την τρυφεράδα του έρωτα ζωγραφισμένη πάνω του.... Η ζωή του, άγκυρα ριγμένη στα σκοτεινά βάθη, στ’ άπατα ν’ αναζητά βράχο να δέσει και να σκουριάζει στην υγρή της αιχμαλωσία... Σε άλλο σημείο θα ομολογήσει ο ίδιος ο ήρωας: Θέλω να βρω τον εαυτό μου, την ουσία της ύπαρξής μου, τον ήχο της αιώνιας μουσικής που κρύβεται εκεί. Δεν είναι αυτός ο κόσμος για μένα ή έστω, δεν είμαι εγώ γι’ αυτόν τον κόσμο».
Ο Χριστόφορος έχει δυο αγάπες: τη θάλασσα και τη μουσική. Δυο αγάπες που δεν συγκρίνονται και υπερνικούν οποιεσδήποτε άλλες. Ακόμη κι εκείνη της μάνας του, της Φωτεινής, ακόμη κι εκείνης για τη γυναικεία σάρκα που την αντιπροσωπεύει στο βιβλίο η Κατερίνα, η αγαπημένη του.
Η Φωτεινή είναι η κλασική φιγούρα ελληνίδας μάνας που επιθυμεί μια συμβατική ευτυχία για το παιδί της. Να μένει κοντά της, να νιώθει πανωφόρι την αγάπη του, να διαφεντεύει την πατρική περιουσία, να παντρευτεί ένα καλό κορίτσι και να της χαρίσει εγγόνια. Μιας μάνας που όταν της ανακοινώνει την απόφασή του να φύγει οι λέξεις γίνονται σκληρές από απόγνωση που μοιάζει αλλά δεν είναι θυμός «να φύγεις και να μην ξαναγυρίσεις»
Και η Κατερίνα είναι η κλασική περήφανη γυναίκα που όταν πληροφορείται την επιθυμία φυγής του αγαπημένου της, δεν τον εκλιπαρεί να μείνει κοντά της παρόλο που γνωρίζει ότι στην κλειστή κοινωνία του νησιού διατρέχει τον κίνδυνο να πέσει θύμα των αυστηρών ηθών εξαιτίας της εξώγαμης κυοφορίας του παιδιού του Χριστόφορου.
Μόνο ο παπά Μάρκος δέχεται την απόφαση του ήρωα χωρίς αντιρρήσεις και ενδοιασμούς. «Τον καλεί ο Θεός... Πώς να τα βάλεις δόλια Φωτεινή, με τον Θεό;»
Έτσι, ο Χριστόφορος ακολούθησε το μοναχικό, τον ιδιαίτερο δρόμο του, το δρόμο της αναζήτησης του εαυτού του μέσα από τη μουσική και το μοναχισμό, ακολουθώντας τα χνάρια ενός Θεού όπως του τον δίδαξε ο πατέρας Ευδόκιμος, ο μοναχός που ένωσε τη μοίρα του μαζί του στο Άγιον Όρος, ένας μοναχός – φιλόσοφος, ριζοσπάστης και ιδιαίτερος όσο και η αντίληψή του για το Θείο.
«Ο Θεός είναι για τον καθένα μας κάτι διαφορετικό. Μα παραμένει πάντα ένας ισχυρός άξονας και γύρω του περιστρέφονται ούλα. Όλοι αγωνιζόμαστε να βρούμε την ελπίδα, για να αντιμετωπίσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό και να γίνουμε πραγματικοί άνθρωποι.... Ο Θεός δεν βρίσκεται μόνο στις εκκλησιές και στα μοναστήρια... Βρίσκεται παντού, μα πιο πολύ είναι εκεί όπου ο καθένας μας θέλει να φτάσει.... Ο δικός μου ο Θεός μου μιλάει κάθε πρωί κι εγώ του λέω τα μυστικά μου εδώ στο χωράφι. Εδώ, Τον συναντάω, μεγάλη η χάρη Του κι άμα μια μέρα αργήσω να’ ρθω, βγαίνει Εκείνος στο χωράφι πρώτος και με φωνάζει. Κι όταν βαρεθεί τα πολλά Κύριε Ελέησον και τις αγιαστούρες, έρχεται και κάθεται δίπλα μου στο τραπέζι και τα πίνουμε μαζί. Του λέω εγώ τα δικά μου βάσανα, μου λέει εκείνος τα δικά του. Γιατί τι θαρρείς; Δεν έχει Εκείνος βάσανα; Έτσι που τα κάναμε οι άνθρωποι, άστα!»
Οι ήρωες δεν χρειάζονται ανάλυση. Είναι από μόνοι τους, όπως περιγράφονται με εικόνες και λέξεις μέσα στο βιβλίο τόσο διαυγείς, που νομίζεις ότι είσαι σε μια γωνιά κοντά τους και παρακολουθείς κάθε τους κίνηση, ενώ ταυτόχρονα η συγγραφέας πετυχαίνει ασταμάτητα να βγάζει μια ακτινογραφία του ψυχισμού και της σκέψης τους.
Κορυφαία απόδειξη της άρτιας τεχνικής της στην προβολή της προσωπικότητας των ηρώων της, ο Ιάκωβος. Ο μυστηριώδης, σιωπηλός, αδύνατος μοναχός που καταφθάνει στο Άγιο Όρος προκαλώντας διάφορες υποθέσεις για να αποδειχτεί στην πορεία ότι προορισμός του δεν ήταν απλώς η ικανοποίηση μιας υπερφίαλης φιλοδοξίας κατάκτησης ενός βραβείου κι ενός στοιχήματος αλλά η μέθεξή του στην αληθινή ουσία της αγάπης, καθώς το πεπρωμένο αριστοτεχνικά είχε προσχεδιάσει μια σπάνια συνάντηση δυο ανθρώπων που κατάφεραν να εντοπίσουν το αληθινό νόημα της ζωής μετά από την ουσιαστική ψυχική επικοινωνία τους.
Ίσως η πιο αφανής αλλά και η πιο σημαντική ηρωίδα αυτού του βιβλίου είναι η Αγγελίνα, ένα παιδί το οποίο όταν αρρωσταίνει βαριά κατορθώνει αφενός να συσπειρώσει γύρω της σχεδόν το σύνολο των ηρώων του βιβλίου και συγχρόνως να ενεργοποιήσει τη σκέψη κυρίως του Χριστόφορου ώστε να αναθεωρήσει την αρκετά εγωκεντρική θεώρησή του για τη ζωή, τον προορισμό και τον κόσμο. Να συνειδητοποιήσει ότι αυτά που απαρνιόταν για να ανέβει σε μια υψηλότερη μορφή αυτογνωσίας ήταν στην ουσία τα κλειδιά για την επίτευξή της. Τα απλά καθημερινά πράγματα, οι απλές καθημερινές χαρές, το γέλιο ενός παιδιού, μια μελωδία που συντροφεύει και απαλύνει την ανθρώπινη μοναξιά, η πάλη με ό,τι οι άνθρωποι θεωρούν ρουτίνα.
Τεχνική ανάλυση
Ο Χριστόφορος, ο αρνητής της συνηθισμένης ζωής, ο αρνητής του έρωτα, μαθαίνει ότι το νόημα της ζωής ήταν ακριβώς εκείνο που απαρνήθηκε.
«Ξεχνιέται άραγε ποτέ ο έρωτας; Ποιος μπόρεσε ποτέ να το απαρνηθεί και τα κατάφερε μέχρι τέλους;»
Πήρε την απάντηση που έψαχνε μες στη μουσική, μες στα κύματα, μες στη σιωπή της μοναστικής ζωής και τότε...
Το τότε θα το ανακαλύψετε μέσα στο πορτρέτο της σιωπής. Την μεγαλειώδη κατάληξη του ήρωα ή μήπως την μεγαλειώδη έναρξη της ζωής της Αγγελίνας η οποία ανακαλύπτει με τη σειρά της το μυστικό που γύρευε μες στις νότες ο πατέρας της; Τη μεγαλειώδη συντριβή του αρνητή του έρωτα.
Το πορτρέτο της σιωπής απέχει πολύ από το να είναι ένα ρομαντικό μυθιστόρημα. Καταλήγει στην εξύμνηση του έρωτα μέσα απ’ την άρνηση και όχι μέσα από τη βίωσή του. Δύσκολος δρόμος μα την αλήθεια, αλλά η Τέσυ τον περπάτησε με αξιοπρέπεια μες στις σελίδες του βιβλίου της.
Μες στις καλογραμμένες σελίδες του βιβλίου υπάρχουν απαντήσεις για τα διαφορετικά ταξίδια ψυχής που κάνουν κάποιοι άνθρωποι. Υπάρχουν απόψεις για τη μουσική, τα όνειρα, τον έρωτα, το Θεό και τους ανθρώπους. Υπάρχουν λύσεις για όσους νιώθουν διαφορετικοί πληγώνοντας άθελά τους τους ανθρώπους που αγάπησαν. Υπάρχουν φωτογραφίες και πορτρέτα των σιωπών που είναι κρυμμένες πίσω απ’ την ανθρώπινη φλυαρία.
Μες στην ποιητική του γλώσσα που εναλλάσσεται με την ντοπιολαλιά του νησιού και τη ρεαλιστική απόδοση των συναισθημάτων και των σκέψεων των ηρώων του. Μες στη μοναδική τεχνική του που για όποιον δεν γνωρίζει ότι το πορτρέτο της σιωπής είναι το πρώτο βιβλίο της Τέσυς Μπάιλα, γοητεύεται το ίδιο απόλυτα όπως με το έργο ενός δοκιμασμένου επί μακρόν τεχνίτη του μυθιστορήματος.
Γιατί η Τέσυ επιχειρεί ήδη από το πρώτο της βιβλίο να απαρνηθεί τη γραμμική αφήγηση και να αποτολμήσει δύσκολες αναδρομές από το παρόν σε προγενέστερο χρόνο, χωρίς ωστόσο να μπερδεύει τον αναγνώστη καθώς οι μεταβάσεις της στον ενεστώτα γίνονται αβίαστα και αποκρυσταλλωμένα.
Την τεχνική της ωστόσο σηματοδοτούν επίσης, μοναδικά ευρήματα που κινούν την πλοκή της ιστορίας και διατηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης του έργου. Σ’ αυτό συμβάλλουν αφενός η ιδιαίτερη μελέτη του μοναχικού βίου και οι σκηνοθετικές λεπτομέρειες που παρέχει η συγγραφέας στο βιβλίο της για την περιγραφή του χώρου όπου ζουν και δρουν οι ήρωες, όσο και οι γνώσεις της στην τέχνη της φωτογραφίας που καθιστά τις περιγραφές τόσο των φωτογραφιών που χρησιμοποιεί η συγγραφέας για την ενεργοποίηση των μοχλών της ιστορίας όσο και του γενικότερου πλαισίου εικόνων του βιβλίου της, απαράμιλλες. Μια φωτογραφία είναι εξάλλου το εύρημα που οδηγεί την ιστορία στην πιο καταλυτική αποκάλυψη και ένα παιδί στην επίτευξη της αυτογνωσίας από μέρους των πρωταγωνιστών.
Θα μπορούσα να γεμίσω πολλές σελίδες ακόμη αναφερόμενη στην τεχνική του βιβλίου, όμως αυτό είναι κάτι που είμαι σίγουρη ότι θα το κάνουν οι αναλυτές όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Θα αρκεστώ να επισημάνω ότι πρόκειται για ένα βιβλίο μυσταγωγία... Ένα βιβλίο που δεν συνδιαλέγεται με τη νόηση του αναγνώστη αλλά με τα βαθύτερα θέλω του που είναι κρυμμένα στα μύχια της ψυχής του... Ένα βιβλίο που έχει ζυμωθεί με την έννοια του Θεού μέσα στην Καζαντζακική λογοτεχνία, την αγάπη για το Αιγαίο, το φως και τη θάλασσα της ποίησης του Ελύτη, τις διαυγείς αξίες ζωής του Σαμαράκη. Γιατί μέσα στο Πορτρέτο της σιωπής, όποιος έχει μελετήσει αυτούς τους τρεις μεγάλους Έλληνες δημιουργούς, θα συναντήσει τα αγγίγματά τους στην ψυχή της Μπάιλα που καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τη σκέψη και την έκφρασή της.
Προσωπική επαφή με το έργο
Αν η επικοινωνία και η κατανόηση είναι τα πιο ουσιαστικά και βαθιά ανθρώπινα συναισθήματα, και συγχρόνως οι στόχοι της τέχνης, τότε είναι εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί η παρουσίαση αυτού του βιβλίου είναι μια ιδιαίτερα σημαντική και συνάμα δύσκολη υπόθεση για μένα. Αφενός επειδή είχα την τύχη να δω το έργο αυτό από τα σπάργανά του να παίρνει μορφή, αφετέρου, γιατί η τέχνη είναι μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση που στέκομαι αντίκρυ της πάντα με δέος και ως συγγραφέας και ως φιλόλογος.
Στην προκειμένη περίπτωση, καθώς τα συναισθήματα παρεμβαίνουν στην κρίση, τα πράγματα περιπλέκονται, όμως όχι σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορώ να ξέρω ότι το βιβλίο αυτό που τόσο συγκινήθηκα όταν το είδα ολοκληρωμένο και με τη σημερινή του μορφή, είναι γνήσια τέχνη, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι τις προθέσεις, την αγωνία, και τη σκληρή μελέτη και δουλειά της συγγραφέως του.
Τέλος, αισθάνομαι ιδιαίτερα συγκινημένη απόψε όχι μόνο γιατί υλοποιήθηκε το όνειρο ενός δημιουργού, όχι μόνο γιατί η λογοτεχνία πλούτισε κατά ένα ακόμη αξιόλογο βιβλίο αλλά κι επειδή η Τέσυ Μπάιλα μου έκανε την τιμή να το βαφτίσω εγώ.
Σε μια νύχτα κάθισα και το διάβασα όλο απ’ την αρχή. Όταν ξημέρωσε αυτός ο τίτλος σχηματίστηκε στο μυαλό μου ως κεντρική ιδέα όλης αυτής της επίπονης δουλειάς.

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Ο βιολιστής στο μετρό...

Ο βιολιστής στο μετρό - Ένα πρωτότυπο πείραμα"asxetos"Τρίτη, 17 Μαρτίου 2009
Κάποιο κρύο πρωινό του Ιανουαρίου του 2007, ένας άντρας κάθησε σε ένα κεντρικό σταθμό του μετρό, δίπλα σε έναν κάδο σκουπιδιών και ξεκίνησε να παίζει το βιολί του. Έπαιξε για περίπου 45 λεπτά. Κατά τη διάρκεια αυτών των 45 λεπτών, δεδομένου ότι ήταν ώρα αιχμής, πέρασαν από μπροστά του αρκετές χιλιάδες άνθρωποι, οι περισσότεροι πηγαίνοντας στη δουλειά τους.Τρία λεπτά μετά την έναρξη της μουσικής, ένας μεσήλικος κύριος παρατήρησε ότι υπήρχε ένας μουσικός που έπαιζε βιολί, τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και συνέχισε το βιαστικό του βηματισμό. Ένα λεπτό αργότερα, ο βιολιστής εισέπραξε το πρώτο του δολάριο, από μια κυρία που το πέταξε στο καπέλο του καθώς περνούσε από μπροστά του χωρίς να σταματήσει καθόλου. Λίγο αργότερα, κάποιος ακούμπησε στον τοίχο και τον άκουσε για λίγο, αλλά μετά κοίταξε το ρολόι του και έφυγε βιαστικός. Πιο πολύ από όλους τους περαστικούς, ασχολήθηκε μαζί του ένα τρίχρονο αγόρι που ήθελε να σταματήσει για να ακούσει, αλλά η μητέρα του τον τράβηξε για να συνεχίσουν τη διαδρομή τους. Το παιδί κοιτούσε συνεχώς προς τα πίσω καθώς απομακρυνόταν. Το ίδιο επαναλήφθηκε και με άλλα παιδιά και τους γονείς τους, οι οποίοι -χωρίς καμία εξαίρεση- τα τράβαγαν για να συνεχίσουν το δρόμο τους. Στα 45 λεπτά μουσικής, συνολικά σταμάτησαν για να ακούσουν -έστω και για λίγο- μόνο 6 άνθρωποι, σε σύνολο περίπου χιλίων. Περίπου 20 άνθρωποι έριξαν λεφτά στο καπέλο καθώς συνέχιζαν να περπατούν, χωρίς να ελαττώσουν την ταχύτητα του βηματισμού τους. Η συνολική είσπραξη ήταν 32 δολάρια.
Όταν η μουσική σταμάτησε και υπήρξε σιωπή, κανείς δεν το πρόσεξε. Κανείς δε χειροκρότησε, ούτε υπήρξε κανενός άλλου είδους αναγνώριση, εκτός από μία γυναίκα. Αυτό που δεν ήξερε κανείς, ήταν ότι ο συγκεκριμένος βιολιστής ήταν ο Joshua Bell (Τζόσουα Μπελ), ένας από τους καλύτερους μουσικούς του κόσμου, και έπαιζε με ένα βιολί Stradivarius (Στραντιβάριους) αξίας 3,5 εκατομμυρίων δολαρίων, κατασκευασμένο από τον ίδιο τον Antonio Stradivari το 1713. Δύο ημέρες νωρίτερα, ο Joshua Bell έπαιξε σε ένα κατάμεστο θέατρο της Βοστώνης και η τιμή ενός «φθηνού» εισιτηρίου ήταν 100 δολάρια.
Ο Bell αμoίβεται με περίπου 1000 δολάρια το λεπτό! Το συγκεκριμένο πείραμα, δηλαδή το να παίξει ο Joshua Bell στο σταθμό του μετρό incognito, οργανώθηκε από την εφημερίδα Washington Post, ως μέρος μιας κοινωνικής μελέτης, περί του τι εκλαμβάνουμε ως σημαντικό, τι μας αρέσει, και σε τι δίνουμε προτεραιότητα. Η γενική περιγραφή του πειράματος ήταν: « Σε ένα συνηθισμένο περιβάλλον, σε μια ακατάλληλη ώρα, αντιλαμβανόμαστε το ωραίο; Σταματάμε για να το ευχαριστηθούμε; Αναγνωρίζουμε το ταλέντο σε ένα μη-αναμενόμενο περιβάλλον;».

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

1. «το μυστικό της ανθρώπινης ύπαρξης δεν είναι να ζει μονάχα, αλλά να ξέρει ποιος είναι ο σκοπός της ζωής»
«Ο διάβολος χρησιμοποιεί το κάλλος σαν αγκίστρι και όπλο ισχυρό για τους σκοπούς του.»
«Κανένας πόνος της ζωής δεν είναι τόσο βαθύς που να μπορεί να συγκριθεί με το θάνατο, αυτόν τον αιώνιο ανταγωνιστή της.»
«Και μήπως είναι τίποτα άλλο από ένα όνειρο η ζωή μας;»
«Οι γυναίκες είναι ικανές απ’ το μηδέν να κάμουν το παν.»
«Η ακολασία πορώνει το μυαλό και κάνει αναίσθητη την καρδιά.»
«Μερικά πράγματα δεν μπορεί κανένας να τα κρίνει, αν δεν τα έχει δοκιμάσει μόνος του.»
Παραθέτω μερικά μόνο αποφθέγματα από τα πολυάριθμα που συναντά κανείς διαβάζοντας Ντοστογιέφσκι. Αποφθέγματα που όταν άρχισα να διαβάζω τον συγκεκριμένο συγγραφέα σε ηλικία 12 ετών, τα υπογράμμιζα με το μολύβι μου και τα αποστήθιζα, για να τα χρησιμοποιώ στις σχολικές εκθέσεις. Με τον καιρό, αποθησαύρισα έναν ικανό αριθμό αποφθεγμάτων όχι μόνο από αυτό το συγγραφέα αλλά και από άλλους, ο οποίος μου δημιούργησε ένα ισχυρό αίσθημα ζήλιας (όχι φθόνου, το διευκρινίζω) επειδή με λίγες λέξεις κατόρθωναν να συμπυκνώσουν βαρύτατα νοήματα και να αποσαφηνίζουν έννοιες φιλοσοφικές για τις οποίες έχουν γραφτεί τόμοι ολόκληροι για να τις αναλύσουν. Άρχισα μάλιστα να δέχομαι την πρόκληση να λειτουργήσω μ’ έναν παρόμοιο τρόπο. Πήρα ένα μπλοκάκι και προσπαθούσα να φτιάξω μικρές φράσεις – ρητά. Μ’ αυτό το παιχνίδι έμαθα να σκέφτομαι. Να γαργαλάω την νοημοσύνη μου, να της βάζω στόχους και εμπόδια. Προτείνετέ το στα παιδιά σας. Δεν θα πιστεύετε την πρωτοτυπία που μπορεί να επιδείξει η νεανική και η εφηβική σκέψη...

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

ΕΝΤΓΚΑΡ ΑΛΑΝ ΠΟΕ Το κοράκι

Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε (Edgar Allan Poe[1], 19 Ιανουαρίου 1809 - 7 Οκτωβρίου 1849) ήταν Αμερικανός συγγραφέας, ποιητής και κριτικός. Υπήρξε ένας από τους κύριους εκπροσώπους του αμερικανικού ρομαντισμού. To λογοτεχνικό του έργο είχε σημαντική επίδραση στην παγκόσμια λογοτεχνία, αποτελώντας θεμέλιο λίθο για την εξέλιξη σύγχρονων λογοτεχνικών ειδών, όπως η αστυνομική λογοτεχνία ή οι ιστορίες τρόμου και φαντασίας.
Στις 29 Ιανουαρίου του 1845 εκδόθηκε το ποίημα του Το Κοράκι, ένα από τα πιο γνωστά έργα του και το οποίο του πρόσφερε μεγάλη αναγνώριση, γεγονός που τον βοήθησε επίσης να αυξήσει το ισχνό του εισόδημα δίνοντας διαλέξεις. Ανατυπώθηκε σε αρκετές εφημερίδες και περιοδικά, ωστόσο ο ίδιος ο Πόε δεν αποκόμισε οικονομικά οφέλη από το ίδιο το έργο εξαιτίας της έλλειψης νόμων περί πνευματικών δικαιωμάτων.
Η μεγάλη απήχηση ωστόσο που είχε αυτό το πολυεπίπεδο ποίημα, με κάνει να αναρωτιέμαι τι συμβαίνει σήμερα και δεν διαβάζουμε ποίηση και ακόμη χειρότερα, τι ενισχύει την τάση η λογοτεχνία να είναι εντελώς στατική και επίπεδη με παντιέρα τον υψηλό βαθμό ευκολίας της ανάγνωσής του ώστε να μην προβληματίζεται ο αναγνώστης όταν έρχεται σε επαφή με ένα λογοτεχνικό κείμενο, παρά άμεσα και γρήγορα να επιτυγχάνει συναισθηματική και συγκινησιακή φόρτιση;

Το Κοράκι

E. Α. Πόε

The Raven


Μετάφραση : Ηλίας Πολυχρονάκης.


ΜΙΑ φορά, τα μεσάνυχτα τα σκοτεινά, αδύναμος και αποκαμωμένος καθώς συλλογιζόμουν,

πάνω σε ένα πολύ ασυνήθιστο και περίεργο τόμο απολησμονημένης γνώσης,

έγειρα το κεφάλι, ίσα που μ' έπαιρνε ο ύπνος· τότε έξαφνα, έρχεται ένας ανάλαφρος σιγανός χτύπος,

όπως όταν κάποιος χτυπάει ευγενικά την πόρτα του δωματίου μου.
5
«Κάποιος επισκέπτης θα είναι» μουρμούρισα «που χτυπάει την πόρτα του δωματίου μου—

Μόνο αυτό και τίποτα παραπάνω».


Αχ! Χαρακτηριστικά θυμάμαι πως ήταν τον ανεμοδαρμένο παγερό Δεκέμβρη,

και η κάθε μια ξεχωριστή ξεθρακιασμένη σπίθα άπλώνε βαθμιαία το φάσμα της στο πάτωμα.

Ανυπόμονα ευχόμουν να έρθει το αύριο — μάταια είχα γυρέψει να δανειστώ από τα βιβλία μου
10
ένα τρόπο να δοθεί τέλος στη λύπη, την λύπη για την απολεσθείσα Λενόρ

την εξαίρετη κι’ απαστράπτουσα κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ —

εδώ όμως μένει παντοτινά.χωρίς όνομα να την καλούν.


Και το μεταξένιο, λυπητερό, αβέβαιο θρόισμα της κάθε μιας βυσσινί κουρτίνας,

μου γεννούσε το ρίγος της συγκίνησης, με καταλάμβανε με τέτοιους φανταστικούε τρόμους που δεν τους είχα νοιώσει ποτέ πριν.
15
Έτσι που, τώρα, για να νεκρώσω το δυνατό μου χτυποκάρδι, στάθηκα όρθιος και είπα σα να επαναλάμβανα:

«Κάποιος επισκέπτης θα είναι στην θύρα της κάμεράς μου που εκλιπαρεί να εισέλθει.

Κάποιος αργοπορημένος επισκέπτης που εκλιπαρεί από την πόρτα του δωματίου μου να εισέλθει.

Για αυτό πρόκειται και όχι για κάτι περισσότερο».


Η ψυχή μου γυρίζοντας στη θέση της ενδυναμώθηκε, και πλέον δεν ήταν σε δισταγμό.
20
«Κύριε» είπα εγώ, «ή Κυρία, ειλικρινά εκλιπαρώ την συγχώρεσή σας,

αλλά το γεγονός είναι ότι με πήρε ο ύπνος κι έτσι ανάλαφρο που ήταν το άξαφνο σας χτύπημα,

και τόσο υποτονικά που ήρθε το ελαφρύ άξαφνο χτύπημα, ο ανάλαφρος κρότος στη θύρα του δωματίου,

που πολύ αμφιβάλλω αν Σας άκουσα» — εδώ ανοίγω διάπλατα την πόρτα —

σκοτάδι εκεί και τίποτα άλλο.

25
Κοίταξα ερευνητικά, βαθιά μέσα στο σκότάδι εκείνο, μένοντας εμβρόντητος εκεί, για πολύ, νοιώθοντας το δέος,

την αμφιβολία, και βλέποντας όνειρα, που κανείς ποτέ θνητός δεν τόλμησε πιο πριν να ονειρευτεί.

Όμως τίποτα δεν τάραζε την σιγαλιά, και η ακινησία δεν μου έδινε κάποιο σημείο,

και η μόνη λέξη που ακούστηκε εκεί, ήταν η ψιθυριστή λέξη «Λενόρ».

Αυτό ψιθύρισα εγώ, και μια ηχώ μου αντιγυρνά ψιθυριστά την λέξη «Λενόρ».
30
Απλώς αυτό και άλλο τίποτα.


Ξαναγυρίζοντας στην κάμερα, φλεγόταν ολόκληρη η ψυχή μέσα μου

και σε μικρό διάστημα άκουσα πάλι ένα ανάλαφρο χτύπο, κάτι δυνατότερο από το προηγούμενο.

«Ασφαλώς» είπα εγώ, «ασφαλώς ετούτο είναι στο καφασωτό του παραθύρου μου,

ας δω επομένως τι είναι σε εκείνο το σημείο και το μυστήριο αυτό να διερευνήσω—
35
ας νεκρώσω την καρδιά μου μια στιγμή και ας διερευνήσω το μυστήριο αυτό—

Ο άνεμος θα είναι και άλλο τίποτα».


Σε αυτό το σημείο ανοίγω το πατζούρι, όταν, με ένα πολύ φευγαλέο πέταμα και φτεροκόπημα,

εκεί μέσα μπήκε ένα μεγαλόπρεπο Κοράκι των παλαιών ευσεβών εποχών.

Χωρίς να κάνει βαθιά υπόκλιση, δίχως στιγμή να σταματήσει ή να σταθεί στη θέση του,
40
αλλά υποσκάπτοντας τους καλούς τρόπους, πήγε και κούρνιασε ψηλά στην θύρα της κάμεράς μου-

κάθισε ψηλά, πάνω στο μπούστο της Παλλάδας, ακριβώς πάνω από την πόρτα της κάμεράς μου-

κούρνιασε ψηλά και κάθισε χωρίς να κάνει τίποτα άλλο.


Ύστερα, αυτό το πουλί στο μαύρο του εβένου ξεγέλασε την οικτρή μου ψευδαίσθηση να φτάσει σε χαμόγελο,

με το βαρύ και άκαμπτο τυπικό της αταραξίας που φορούσε.
45
Του είπα «Μολονότι το λοφίο σου είναι απογυμνωμένο και ξυρισμένο είσαι εσύ, δειλό πάντως δεν είσαι,

ειδεχθές, αποτρόπαιο και παλαιό Κοράκι που πλανιέσαι από την όχθη της Νύχτας—

για πες μου ποιο είναι το αρχοντικό σου όνομα που σε καλούν στην όχθη της Υποχθόνιας Νύχτας!»

«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.


Πολύ εξεπλάγην από το άκομψο αυτό πουλί, ακούγοντάς το να συνδιαλέγεται τόσο ανεπιτήδευτα,
50
μολονότι η απάντησή του λίγα σήμαινε — μεγάλη συνάφεια δεν είχε.

Διότι αναπόφευκτα συμφωνούμε ότι κανένα ζωντανό ανθρώπινο ον

ποτέ δεν είχε την ευτυχία να δει ένα τέτοιο πουλί πάνω από την πόρτα της κάμαράς του—

είτε επρόκειτο για πουλί, είτε για κτήνος, πάνω στο γλυπτό μπούστο ψηλά στην πόρτα της κάμεράς του,

να έχει ένα τέτοιο όνομα όπως το «Ποτέ πια».

55
Αλλά το Κοράκι στεκόταν μοναχό σε αυτό το γαλήνιο μπούστο, λέγοντας μονάχα

εκείνες τις λέξεις, λες και η ψυχή του ξεχείλιζε με εκείνες τις λέξεις.

Τίποτε παραπέρα κατόπιν δεν εκστόμισε, και ούτε ένα πούπουλό του κατόπιν δεν πετάρισε—

Ώσπου, μόλις ψιθυρίζοντας, μουρμούρισα: «Κι άλλοι φίλοι μου, από πριν, πάνε, πετάξανε και φύγανε—

Σαν θα έρθει το πρωί και τούτο θα με αφήσει, όπως πέταξαν και πάνε οι Ελπίδες μου οι παλιές».
60
Μετά το πουλί είπε, «Ποτέ πια».


Ξαφνιασμένος με την ακινησία που μόνο η τόσο επιδέξια δοσμένη απάντηση την διέκοπτε,

είπα: «Δίχως αμφιβολία, αυτό που εκφέρει είναι το μόνο του εφόδιο και υλικό

που γράπωσε από κάποιον δυστυχισμένο αφέντη που η ανηλεής του Kαταστροφή

τον ζύγωνε όλο και πιο κοντά, μέχρι που τα τραγούδια του μία μοναδική επωδό να φέρουν,
65
μέχρι που οι θρήνοι της Ελπίδας του να φέρνουνε το μελαγχολικό φορτίο

του Ποτέ — Ποτέ πια».


Αλλά το Κοράκι ακόμη ξεστράτιζε την καταλυπημένη μου ψυχή στο γέλιο,

Ευθύς, τσούλησα ένα κάθισμα με μαξιλάρια μπροστά από το πουλί και το μπούστο και την πόρτα.

Κατόπιν, βουλιάζοντας πάνω στο βελούδο, επιδόθηκα σε συνδυασμούς της μιας φαντασίωσης με την άλλη,
70
Σκεπτόμενος τι είναι εκείνο το οποίο εννοεί το δυσοίωνο — του παλαιού καιρού— πουλί, 70

Τι είναι εκείνο το οποίο εννοούσε το ζοφερό, άχαρο, ειδεχθές, πένθιμο και δυσοίωνο —του παλαιού καιρού— πουλί

Τι εννοούσε κρώζοντας «Ποτέ πια».


Έτσι ήμουν καθισμένος, κλεισμένος σε εικασίες, χωρίς να εκφράσω ούτε συλλαβή

στο πουλί, του οποίου τα φλογισμένα μάτια τώρα βάζανε φωτιά στα ενδόμυχα της καρδιάς μου·
75
Για ετούτα και για άλλα, καθόμουν κι έκανα εικασίες με το κεφάλι μου αναπαυτικά πλαγιασμένο, 75

στην βελούδινη επένδυση του μαξιλαριού, όπου έπεφτε χαιρέκακα το φως της λάμπας.

Αλλά όμως εκείνης ακριβώς της βελούδινης μενεξεδένιας επένδυσης όπου χαιρέκακα έπεφτε το φως της λάμπας,

και που Εκείνη δεν θα πιέσει, αχ, ποτέ πια.


Κατόπιν μου φάνηκε να πυκνώνει ο αέρας, αρωματιζόμενος από κάποιο αόρατο θυμιατήρι
80
που το έσειε ένα Σεραφείμ και τα βήματά του κουδούνιζαν στο πυκνό δάπεδο. 80

«Φουκαρά» είπα με φωνή μεγάλη, «ο Θεός έχει προσφέρει σε εσένα — δια μέσω αυτών των αγγέλων, έχει προσφέρει σε εσένα

Ανακούφιση — ανακούφιση και νηπενθές από τις αναμνήσεις της Λενόρ!

Πίνε, ω, πίνε με γουλιές μεγάλες αυτό το ευγενικό το νηπενθές και ξέχασε αυτήν την απολεσθείσα Λενόρ».

«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.

85
«Προφήτη!» είπα «το πράγμα του κακού! — προφήτη εντούτοις, μια πουλί μια διάβολος

είτε σε στέλνει ο Πειρασμός, ή και αν η θύελλα σε στριφογύρισε και σε έριξε εδώ στην ξηρά,

Εγκαταλελειμμένο, απτόητο παρ' όλα αυτά, σε αυτή την έρημη χώρα σε έριξε δεμένο με μάγια —

σε αυτό το σπίτι που το στοίχειωσε η Φρίκη - έλα, πες μου, αληθινά, σε παρακαλώ,

πες μου πες μου εκλιπαρώ, βρίσκεται κάποιο βάλσαμο παρηγοριάς στα βουνά της Γαλαάδ;»
90
«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.


«Προφήτη!» είπα «της συμφοράς το πράγμα! - προφήτη εντούτοις, είτε πουλί είτε διάβολος!

Στο όνομα του ουρανού που πάνω μας κυρτώνει, στο όνομα του Θεού που και οι δυο μας λατρεύουμε—

Λέγε σε ετούτη την ψυχή την φορτωμένη θρήνο, λέγε αν μέσα στην μακρινή Εδέμ,

Πρόκειται να σφίξει στην αγκαλιά της μια αγιασμένη κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ-
95
Αν σφίξει μια εξαίρετη και απαστράπτουσα κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ—

Αν σφίξει μια εξαίρετη και απαστράπτουσα κόρη που Λενόρ την αποκαλούν οι άγγελοι».

«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.


«Το σύμβολο του αποχωρισμού μας να γίνουνε αυτές οι λέξεις, πουλί ή πνεύμα του κακού!»

Με μια στριγκλιά σηκώθηκα, κάνοντας μια κίνηση αναρρίχησης —
100
«Να επιστέψεις στη θύελλα και στην όχθη της Καταχθόνιας Νύχτας!

Μαύρο φτερό να μην αφήσεις σαν ενθύμημα του ψεύδους που έχεις πει από την ψυχή σου!

Μη μου ταράζεις τη μοναχικότητα! Φύγε απ' το μπούστο πάνω απ' την πόρτα μου!

Πάρε το ράμφος σου από τα μύχια της καρδιάς μου, και πάρε τη μορφή σου μακρυά απ' την πόρτα μου!»

«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.

105
Και του Κορακιού το γρήγορο αθόρυβο πέταγμα δεν ακούγεται, ακίνητο κάθεται, ασάλευτο κάθεται,

στο κατάχλομο μπούστο της Παλλάδας, πάνω ακριβώς από την πόρτα της κάμερας

και τα μάτια του έχουνε τα πάντα απ' την όψη ενός δαίμονα που ρεμβάζει,

και το φως της λάμπας χύνεται απάνω του, ρίχνοντας στο δάπεδο τη σκιά του·

και η ψυχή μου, από μέσα από τη σκιά που κινείται και απλώνεται στο πάτωμα,
110
δεν θα ανασηκωθεί — ποτέ πια.

Δευτέρα, 02 Νοεμβρίου 2009

Ποιοτική και ευπώλητη τέχνη...

Έπεσε στα χέρια μου μια πολύ ενδιαφέρουσα εργασία του φοιτητή του Ανοιχτού Πανεπιστημίου (Τμήμα Ελληνικού Πολιτισμού) Αδαμόπουλου Δημήτρη σχετικά με την ποιοτική και μη τέχνη στηριγμένη στις διάφορες θεωρητικές σχολές που κατά καιρούς πήραν θέση στο φλέγον και διαχρονικό αυτό ζήτημα. Σας παραθέτω τα πιο σημαντικά κομμάτια αυτής:


Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΥΨΗΛΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

Από την εποχή της κλασικής αρχαιότητας υπήρξε τάση αμφισβήτησης για τις δημοφιλείς τέχνες. Τόσο ο Ηράκλειτος όσο και ο Πλάτωνας διατυπώνουν τη αντίθεση τους, και προσάπτουν κατηγορίες για καλλιέργεια ψευδαισθήσεων και ικανοποίηση των ευτελών πόθων. Το αξιοσημείωτο είναι ότι αυτό συμβαίνει στην εποχή της κλασικής αρχαιότητας όπου, οι διάφορες κοινωνικές ομάδες έχουν πρόσβαση στα πολιτιστικά δρώμενα. Κατά συνέπεια η πολιτισμική διαφοροποίηση μεταξύ των κοινωνικών ομάδων είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Στην ελληνιστική και κυρίως στην ρωμαϊκή περίοδο που ακολουθούν, οι κοινωνικές ανισότητες μεγαλώνουν με αποτέλεσμα την πολιτισμική διαφοροποίηση των κοινωνικών ομάδων. Με το πέρασμα της εποχής από την κλασική αρχαιότητα, και κατά την διάρκεια των αιώνων που ακολούθησαν, η διαφοροποίηση αυξάνεται λόγω τον πολιτικών καθεστώτων που επικράτησαν.

Η επισημοποίηση της διαφοράς αυτής έγινε την εποχή των φεουδαρχικών καθεστώτων μεταξύ 8ου και 18ου αιώνα, και επεκτάθηκε τον 19ο με τη διαμόρφωση της έννοιας «υψηλή τέχνη». Τα μέλη της Royal Academy of Arts στην Αγγλία ονόμασαν υψηλή τέχνη, την τέχνη που διαθέτει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
α) Η υψηλή τέχνη πρέπει να πραγματεύεται θέματα «υψηλά», σχετικά με ήρωες και γεγονότα από την αρχαία ιστορία ή την νεότερη, τη θρησκεία τη μυθολογία, αλλά και τη ζωγραφική ή την λογοτεχνία.
β) Ο τρόπος αισθητικής και αντίληψης πρέπει να είναι βασισμένος στα έργα των μεγάλων δημιουργών της κλασικής αρχαιότητας και της αναγέννησης.
γ) Η απεικόνιση της φύσης και του ανθρώπου πρέπει να ακολουθεί υποδειγματικά την κλασική τέχνη και να αποφεύγει την ιδιομορφία κάθε εποχής.
δ) Η υψηλή τέχνη πρέπει να έχει σαν σκοπό την πνευματική ανάταση και την ηθική διάπλαση του κοινού. Αυτό είναι που θα την κάνει να ξεχωρίσει από τα «χαμηλά» είδη τέχνης που σκοπό έχουν απλώς να ικανοποιήσουν τις αισθήσεις.
Τα χαρακτηριστικά αυτά ονομάστηκαν νεοκλασικισμός, αφού σκοπό είχαν να τονίσουν την σημασία των κλασικών καλλιτεχνικών προτύπων της αρχαιότητας. Σε αυτό βέβαια βοήθησαν τα αρχαιολογικά ευρήματα που ήρθαν στην επιφάνεια αυτήν την περίοδο (μέσα 18ου αιώνα). Τον 19ο αιώνα ο ανταγωνισμός ανάμεσα στην ηγεμονική αστική τάξη, (η οποία είχε επιβάλει το δικό της σύστημα πολιτισμικών αξιών), και των λαϊκών στρωμάτων επιφέρει αλλαγές. Τα λαϊκά στρώματα διεκδίκησαν πρόσβαση στην πολιτική ζωή και την εκπαίδευση. Η διείσδυση όμως των τελευταίων στην πολιτισμική ζωή, δημιουργεί ένα νέο είδος τέχνης, που οι πρώτοι θα αποκαλέσουν υποτιμητικά,«μαζική κουλτούρα». Ο ορισμός της έννοιας «υψηλή τέχνη» διευρύνεται, και τώρα πλέον συμπεριλαμβάνονται έργα μεγάλων καλλιτεχνών όλων των παρελθόντων εποχών του δυτικού πολιτισμού. Ο κανόνας όπως ορίστηκε από τον Matthew Arnold είναι, « ό,τι το καλύτερο έχει σκεφτεί και πει ο άνθρωπος»
[1]. Κάθε χώρα της δύσης ορίζει τα έργα των πιο διακεκριμένων καλλιτεχνών της ως κανόνα υψηλής εθνικής τέχνης. Με αυτόν τον τρόπο η έννοια της υψηλής τέχνης προσαρμόστηκε στις ανάγκες κάθε χώρας που θεωρεί ότι είναι νόμιμος κληρονόμος μιας μακραίωνης καλλιτεχνικής παράδοσης.

Στην αρχή του 20ου αιώνα η εξάπλωση των μέσων μαζικής επικοινωνίας, έφερε ανησυχίες για νόθευση της υψηλής τέχνης. Συντηρητικοί διανοούμενοι όπως οι T.S Eliot, F.R. Leavis και O.y Gasset είναι από τους πρώτους που διατυπώνουν την αντίθεση τους. Ακολουθώντας το πνεύμα του Nietzsche ότι «όλα τα μεγάλα, όλα τα ωραία πράγματα δεν μπορούν ποτέ να είναι κοινό αγαθό: pulchrum est paycorym hoinum»
[2]. Υποστηρίζουν ότι όταν η υψηλή τέχνη παύει να αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των λίγων και εκλεχτών, είναι βέβαιο ότι θα υποστεί νόθευση. Τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, η γιγάντωση της μαζικής κουλτούρας επιβεβαιώνει τις ανησυχίες του Eliot.

Η κριτική αμφισβήτηση ανάμεσα στην διάκριση της υψηλής και της μαζικής τέχνης γίνεται ολοένα και πιο εντονότερη. Ο Walter Benjamin υποστηρίζει ότι η φτηνή αναπαραγωγή έργων τέχνης καθιστά προσιτή την πρόσβαση σε οποιοδήποτε, αλλά αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τα έργα να χάνουν την αρχική τους αίγλη. Στην συνέχεια και ο Andre Malraux ισχυρίζεται ότι τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας δημιουργούν ένα «φανταστικό μουσείο» ή το «μουσείο χωρίς τοίχους»
[3] όπως αποκαλεί την αναπαραγωγή τέχνης. Η οποία όμως φτηνή αναπαραγωγή λειτουργεί αποπροσανατολιστικά και συνιστά υπέρβαση του παραδοσιακού μουσείου. Στην συνέχεια οThorstein Veblen μας δίνει τον φετιχιστικό χαρακτήρα που απέκτησε η υψηλή τέχνη λόγω της χρήσης της από την αστική τάξη ως μέσο επίδειξης και κοινωνικού γοήτρου. Συνεχίζοντας την κριτική αμφισβήτηση η φεμινιστική τεχνοκριτική της Linda Nochlin καταγγέλλει τον ανδροκεντρικό χαρακτήρα του κανόνα και τον ουσιαστικό αποκλεισμό των γυναικών καλλιτεχνών. Τέλος μια άλλη αμφισβήτηση επισημαίνει τον ευρωκεντρικό προσανατολισμό της έννοιας και του κανόνα της υψηλής τέχνης.

Με όλες τις παραπάνω κριτικές, η παραδοσιακή ουμανιστική αντίληψη περί υψηλής τέχνης έχει σχεδόν καταρρεύσει. Το πρώτο μισό του 20ού αιώνα εμφανίστηκαν διάφορα καλλιτεχνικά ρεύματα-κινήματα όπως, ο φουτουρισμός, ο κυβισμός, ο κονστρουκτιβισμός, ή ο εξπρεσιονισμός. Τα ρεύματα αυτά αρχικά αντιμετώπισαν την κριτική αμφισβήτηση αλλά στην συνέχεια ενσωματώθηκαν στον κανόνα και ονομάστηκαν μοντέρνα τέχνη. Σε αυτό βέβαια συνέβαλαν και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες θεωρώντας τους εαυτούς τους συνεχιστές της μεγάλης δυτικής παράδοσης και υψηλής τέχνης. Με την στροφή της στάσης των καλλιτεχνών ως προς την μαζική κουλτούρα, ανοίγει ο δρόμος για την ανάπτυξη του υπερρεαλισμού. Το κίνημα αυτό επεδίωκε την έκφραση του υποσυνείδητου κόσμου χωρίς λογικό έλεγχο ή ηθικούς και αισθητικούς περιορισμούς. Γόνος αυτού του κινήματος είναι αυτό που θα ακολουθήσει στην συνέχεια, και θα αποκληθεί μεταμοντέρνα τέχνη. Η τάση αυτή των καλλιτεχνών είχε σαν πηγή έμπνευσης, παραδοσιακά υποτιμημένες μορφές της δημοφιλούς τέχνης και παράδοσης. Το καλλιτεχνικό αυτό ρεύμα καταργεί τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στα πρότυπα της υψηλής και της μαζικής τέχνης. Η συστηματική ανάμιξη του «υψηλού» και του «χαμηλού» είναι αυτό που χαρακτηρίζει το ρεύμα του μετά-μοντερνισμού.

Στα πλαίσια του ρεύματος αυτού, τη δεκαετία του 1960 δημιουργείται ένα ζωγραφικό κίνημα με πρωτοπόρους τους: Andy Warhol, Roy Lichtenstein και Klaus Altenbourg. Οι καλλιτέχνες αυτοί χρησιμοποίησαν ως πηγή έμπνευσης τους εικονογραφία που παραδοσιακά ήταν υποτιμημένες μορφές δημοφιλούς τέχνης.
Η pop art όπως την αποκάλεσαν επεκτάθηκε την δεκαετία που ακολούθησε και σε άλλες τέχνες όπως: την λογοτεχνία ,την μουσική, το θέατρο, τον κινηματογράφο, την διαφήμιση κ.τ.λ.. Ένα από αυτά τα έργα είναι και η Τιρκουάζ Μαίρυλιν του Andy Warhol το 1962.Δεδομένου ότι Marily Monroe αποτελούσε σύμβολο της εποχής για την αμερικανική κουλτούρα, πρόκειται για μια από τις διασημότερες προσωπογραφίες. Ο καλλιτέχνης προσπαθεί να δώσει έναν αναγεννησιακό χαραχτήρα στο ξεπερασμένο πλέον ασπρόμαυρο αυτό έργο, εμπλουτίζοντας το με φανταχτερά χρώματα . Αντιλαμβανόμαστε ότι ο Warhol κάνει μια προσπάθεια ανάμιξης του παλιού καθιερωμένου στη συνείδηση των ανθρώπων ασπρόμαυρου πίνακα, με μια καινούρια μοντέρνα έκδοση. Αυτό επιβεβαιώνει και τους στόχους του ρεύματος του μεταμοντερνισμού, δηλαδή την ανάμιξη του καθιερωμένου και επίσημα αποδεχτού με του μοντέρνου.

Η μεταμοντέρνα τέχνη δέχτηκε τα «πυρά» των επικριτών της, όπως ο Fredric Jameson, που χαρακτηρίζει το φαινόμενο αυτό όχι μόνο ως την ολοκληρωτική κατάργηση των ορίων μεταξύ υψηλής και μαζικής τέχνης, αλλά και την πλήρη εμπορευματοποίηση της ίδιας της τέχνης. Στον αντίποδα ο Karl Mannheim υποστηρίζει ότι η μείωση της απόστασης ανάμεσα στο «υψηλό» και το «χαμηλό» θα βοηθήσει στον κοινωνικό και πολιτισμικό εκδημοκρατισμό.


Η ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΚΡΙΤΙΚΗ

Οι εκφραστές τις αριστερής κριτικής όπως: ο Theodor Adorno, Max Horkheimer, Herbert Marcus και Leo Lowenthal, έχουν αφετηρία την Σχολή της Φραγκφούρτης. Οι γερμανοί αυτοί διανοούμενοι θεωρούν ότι η μαζική κουλτούρα στρέφεται κατά των λαϊκών στρωμάτων , διότι αντικαθιστά την παραδοσιακή λαϊκή κουλτούρα με μια βιομηχανοποιημένη. Η παραγόμενη αλλά και κατευθυνόμενη αυτή κουλτούρα προβάλλεται με σκοπό να ομογενοποιήσει και να τυποποίησει τις λαϊκές μάζες. Ο τρόπος είναι ανάλογος με αυτόν που χρησιμοποιείται για τα βιομηχανικά προϊόντα, όπου γίνεται μερική διαφοροποίηση σε διαφορετικές ομάδες κοινού. Αφού πρώτα οι ομάδες αυτές έχουν προσδιοριστεί στατιστικά σύμφωνα με τις προτιμήσεις και το εισόδημα τους. Η διαδικασία αυτή δίνει την ψευδαίσθηση ότι κάτι διαφορετικό προσφέρεται στον καθένα, ενώ στην πραγματικότητα οι επιλογές του καθενός είναι προκαθορισμένες, ανάλογα με την ομάδα που ανήκει. Σύμφωνα με τους Adorno και Horkheimer, «Με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζουν ότι κάτι προσφέρεται στον καθένα έτσι ώστε να μην ξεφύγει κανένας»
[4]. Έτσι κάθε μέλος μιας ομάδας κοινού δραστηριοποιείται μέσα στα προκαθορισμένα πλαίσια που έχουν διαμορφωθεί ειδικά για την κατηγορία του. Η Hanna Arendt καταγγέλλει ότι ένα τέτοιο σύστημα έχει σαν αποτέλεσμα τα πολιτισμικά αντικείμενα να μετατρέπονται σε καταναλωτικά. Με σκοπό να αναλωθούν όπως ακριβώς και τα υλικά αγαθά, τα οποία καλύπτουν τις φυσικές μας ανάγκες. Σε μια τέτοια μαζική κοινωνία, η κουλτούρα όχι μόνο δεν έχει θέση , αλλά απειλείται με αφανισμό. Η μαζική κουλτούρα δεν «αναδύεται αυθόρμητα από τις ίδιες τις μάζες»[5]α και συνεπώς δεν αντιπροσωπεύει την «σημερινή μορφή της λαϊκής τέχνης»β (Adorno). Η εκβιομηχάνιση των προϊόντων μαζικής κουλτούρας οδηγεί στην κυριαρχία στερεοτύπων και εμποδίζει την διαμόρφωση αυτόνομων συνειδητά κρινόντων ατόμων. Ενώ σύμφωνα με το φεμινιστικό και αντιρατσιστικό κίνημα, τα προϊόντα μαζικής κουλτούρας αναπαριστούν μειωτικά τις γυναίκες και τις μη λευκές φυλές. Τέλος η θεωρία του πολιτισμικού ιμπεριαλισμού καταγγέλλει ότι η παρουσία της μαζικής αμερικανικής κουλτούρας σε παγκόσμιο επίπεδο, οδηγεί σε έναν πολιτισμικό ιμπεριαλισμό απειλώντας να αφανίσει τις ιθαγενείς πολιτισμικές παραδόσεις των εθνών.

Η μαζική κουλτούρα απευθύνεται σε πολλούς και καταναλώνεται από πολλούς, θεωρείται υποδεέστερη ή υποβαθμισμένη μορφή κουλτούρας. Οδηγεί σε ένα καθεστώς εκμετάλλευσης και υποτέλειας των λαϊκών στρωμάτων. Χαρακτηρίζεται από τους εκφραστές της ως αντί-τέχνη , αφού τα προϊόντα της ακολουθούν τους νόμους της κατανάλωσης. Ως εκ τούτου είναι εφήμερη και ρηχή κουλτούρα αφού ενθαρρύνει την επιφανειακή θεωρία των πραγμάτων , και οδηγεί στην παρακμή της παραδοσιακής λαϊκής κουλτούρας.

Με βάση τις παραπάνω θέσεις των θεωρητικών της αριστερής κριτικής μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε τα ενδεχόμενα σχόλια τους, σχετικά με το έργο του Andy Warhol και την Τιρκουάζ Μαίρυλιν .Σίγουρα θα το σχολιαζόταν αρνητικά ως ένα έργο που στερείται αληθινής λαϊκής παραδοσιακής κουλτούρας. Επιπλέον αποτελεί ένα εφήμερο και ρηχό έργο που σκοπό έχει απλώς την υποβοήθηση του καταναλωτισμού. Ένα άλλο σχόλιο θα ήταν, ότι αφού δεν μπορεί να δώσει τις αληθινές αρετές και αξίες, το μόνο που μπορεί να προσφέρει είναι η ικανοποίηση των αισθήσεων. Μια άλλη ιδιότητα που μπορεί να αποδοθεί στο έργο αυτό, είναι απλώς ο ρόλος της διακόσμησης. Σε κάθε περίπτωση κάθε μορφή μαζικής τέχνης, έχει απώτερο σκοπό, στο να υποβοηθήσει τον καταναλωτισμό.


Ο ΑΠΟΣΤΙΓΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΑΖΙΚΗΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ

Η μεταπολεμική βιομηχανική κοινωνία πέρασε σε ένα στάδιο ευρύτερης αποδοχής ιδεών και απόψεων. Η θεωρία ότι ο κόσμος αποτελείται από πολλά αυτοτελή στοιχεία ή από πολλά στρώματα είναι μια πραγματικότητα. Η προσωπική ελευθερία στις επιλογές, και η ανάπτυξη πρωτοβουλιών του ατόμου, οδηγούν σε μια κοινωνία πολιτισμικού και πολιτικού πλουραλισμού. Η έννοια της «μαζικής κουλτούρας» αντικαθίσταται, και επικρατεί ο όρος «δημοφιλής κουλτούρα». Το κοινό δεν αποτελεί πλέον μια ομοιογενή μάζα παθητικών δεκτών , αλλά είναι διαφοροποιημένο σε ό,τι αφορά τις προτιμήσεις του. Τα αστικά λαϊκά στρώματα έχουν συμμετοχή στην πολιτισμική ζωή και στην εκπαίδευση. Η συνεχώς αυξανόμενη μεσαία τάξη από τη μια, και η μεγάλη διάδοση που προσφέρουν τα μέσα μαζικής επικοινωνίας από την άλλη, οδηγούν σε μια αναθεωρημένη άποψη για τη μαζική κοινωνία και κουλτούρα.

Η μετάβαση αυτή από μία μεταπολεμική βιομηχανική κοινωνία σε μια μεταβιομηχανική κοινωνία, ονομάστηκε προοδευτικός εξελικτισμός. Η φάση αυτή αναπτύχτηκε μεταξύ του 1950 και 1970 στις Η.Π.Α.. Κύριοι εκφραστές της ήταν ο David Riesman 1950, ο Denial Bell 1962 και o Edward Shills 1972. Τα κύρια χαρακτηριστικά του προοδευτικού εξελικτισμού είναι μία κοινωνία πολικά και πολιτισμικά πλουραλιστική.

Ο Shills χωρίζει την ποιότητα της κουλτούρας σε τρία βασικά επίπεδα με κριτήρια αισθητικά, πνευματικά και ηθικά. α) Την ανώτερη ή εκλεπτυσμένη κουλτούρα, που ασχολείται με διαχρονικές αξίες, και καταναλώνεται από ανθρώπους που ασχολούνται με πνευματικά επαγγέλματα. β) Την μέτρια κουλτούρα που ασχολείται περίπου με τα ίδια όπως η ανώτερη, αλλά με λιγότερη έμφαση, και τα προϊόντα της είναι βραχυπρόθεσμα. Καταναλώνεται κυρίως από την μεσαία τάξη. γ) την βάναυση κουλτούρα που περιλαμβάνει τα στοιχειώδη και περιορίζεται στα παιχνίδια και τα θεάματα. Καταναλώνεται από την εργατική τάξη. Τέλος ο Shills επισημαίνει την συρρίκνωση της ανώτερης κουλτούρας στους λίγους και την διόγκωση της μέτριας και βάναυσης κουλτούρας λόγω της διάδοσης των μέσων μαζικής επικοινωνίας.

Ο Herbert Gans αντικαθιστά τον υποτιμητικό όρο «μαζική κουλτούρα» με τον όρο «δημοφιλής κουλτούρα». Διαχωρίζει την δημοφιλή κουλτούρα σε πέντε διαφορετικές κουλτούρες, που τις αποκαλεί «κουλτούρες γούστου»
[6]. α) Η υψηλή, β) Η υψηλή-μεσαία, γ) Η χαμηλή-μεσαία , δ) Η χαμηλή, και ε) Η δημώδης χαμηλή. Κάθε μια από αυτές μπορεί από μόνη της να θεωρηθεί μια ολόκληρη υποκουλτούρα. Δεν περιορίζεται όμως στον εαυτό της, αλλά παίρνει και στοιχεία μια άλλης κουλτούρας γούστου. Αυτό οφείλεται σύμφωνα με τον Gans, από την κοινωνική τάξη αλλά και το μορφωτικό επίπεδο του καθενός.
Συνοψίζοντας βλέπουμε ότι «το πλουραλιστικό μοντέλο πρότεινε ουσιαστικά μια κοινωνία χωρίς συγκρούσεις ή ανισότητες στα πλαίσια της οποίας ο καθένας καταναλώνει την κουλτούρα που του αξίζει ή που επιλέγει».
[7] Συνεπώς το έργο του Warhol Τιρκουάζ Μαίρυλιν είναι αποδεχτό στα πλαίσια μιας κοινωνίας με ευρεία συναίνεση, αλλά και ποικίλων μορφών κουλτούρας.