Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

Το πορτρέτο της σιωπής από την Τέσυ Μπάιλα Βενετούλη

Το πορτρέτο της σιωπής
H πιο συνηθισμένη αντίληψη σχετικά με την τέχνη, είναι ότι ο δημιουργός περιμένει την έμπνευση για να δημιουργήσει το έργο του και αυτή η θέση είναι κάτι που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Όσο βάσιμη ωστόσο είναι ετούτη η αντίληψη άλλο τόσο ισχυρή είναι η θέση ότι κάθε ήρωας δεν αποτελεί απλώς έμπνευση για ένα δημιουργό, αλλά περιμένει μια συγκεκριμένη δημιουργική προσωπικότητα για να αποκτήσει υπόσταση.
Με απλά λόγια δεν μπορεί οποιοσδήποτε να πλάσει και να διαπλάσει οποιονδήποτε ήρωα. Απαιτούνται συγκεκριμένο γνωστικό υπόβαθρο, συγκεκριμένα αισθητήρια, συγκεκριμένη συναισθηματική υπόσταση και συγκεκριμένα περιβαλλοντικά ερεθίσματα (αρχές γαλούχησης, επιλογή τρόπου ζωής, διαβάσματα, οικογενειακό, κοινωνικό, ιστορικό πλαίσιο) για να σμιλευτεί η προσωπικότητα ενός ήρωα, παράγοντες που καθορίζουν και επηρεάζουν την προσωπικότητα του ίδιου του συγγραφέα και τον τρόπο θέασης του κόσμου απ’ αυτόν.
Στην περίπτωση του πορτρέτου της σιωπής θα τολμήσω να πω ότι το συγκεκριμένο θέμα και ο συγκεκριμένος ήρωας περίμεναν το δημιουργό που θα κατάφερνε να το ντύσει με την κατάλληλη γλώσσα, το ύφος και την πλοκή. Περίμενε την πένα που θα ήταν ικανή να ερμηνεύσει να αποκωδικοποιήσει με εκφραστικό τρόπο και συνάμα εύληπτο και άμεσο τρόπο την ιδέα που πραγματεύεται.
Γιατί το πορτρέτο της σιωπής τόσο ως σύλληψη, ως αρχική ιδέα όσο και ως υλοποίηση, ως εκπεφρασμένη άποψη και θέση για τον κόσμο, τη ζωή και τις αξίες που πρέπει να την διαπνέουν είναι ένα έργο απαιτήσεων.
Μπορεί λοιπόν το έργο αυτό να είναι το αποτέλεσμα εκείνης της σπίθας που ονομάζουμε έμπνευση, ο κεντρικός ήρωάς του όμως, ο Χριστόφορος, είναι ένα γέννημα της ψυχής της Τέσυς Μπάιλα που μόνο από τη συγκεκριμένη συγγραφέα θα μπορούσε να δημιουργηθεί, αφού συγκεντρώνει όλες τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις.
Οι ήρωες
Όπως η ίδια αναφέρει χαρακτηριστικά στο βιβλίο της, ο ήρωάς της «είναι ένας αναχωρητής του αισθητού, που έψαχνε όμως ένα μονοπάτι μέσα από τις αισθήσεις. Αναζητούσε την αθέατη ομορφιά του κόσμου, την αόρατη φύση του. Δεν έψαχνε να βρει τον Ποιητή ουρανού και γης, αλλά την ίδια την Ποίηση, την κρυμμένη καλά μέσα του. Ένας ποιητής ο ίδιος που προσπαθούσε να ανακαλύψει μια προσωπική ταυτότητα για να ορίσει τα όνειρά του. Το δοξάρι του άγγιζε τις χορδές, όπως ένα βλέμμα ξέρει να γλιστρά πάνω στην αγαπημένη σάρκα για να χαρίσει στοργή, με την τρυφεράδα του έρωτα ζωγραφισμένη πάνω του.... Η ζωή του, άγκυρα ριγμένη στα σκοτεινά βάθη, στ’ άπατα ν’ αναζητά βράχο να δέσει και να σκουριάζει στην υγρή της αιχμαλωσία... Σε άλλο σημείο θα ομολογήσει ο ίδιος ο ήρωας: Θέλω να βρω τον εαυτό μου, την ουσία της ύπαρξής μου, τον ήχο της αιώνιας μουσικής που κρύβεται εκεί. Δεν είναι αυτός ο κόσμος για μένα ή έστω, δεν είμαι εγώ γι’ αυτόν τον κόσμο».
Ο Χριστόφορος έχει δυο αγάπες: τη θάλασσα και τη μουσική. Δυο αγάπες που δεν συγκρίνονται και υπερνικούν οποιεσδήποτε άλλες. Ακόμη κι εκείνη της μάνας του, της Φωτεινής, ακόμη κι εκείνης για τη γυναικεία σάρκα που την αντιπροσωπεύει στο βιβλίο η Κατερίνα, η αγαπημένη του.
Η Φωτεινή είναι η κλασική φιγούρα ελληνίδας μάνας που επιθυμεί μια συμβατική ευτυχία για το παιδί της. Να μένει κοντά της, να νιώθει πανωφόρι την αγάπη του, να διαφεντεύει την πατρική περιουσία, να παντρευτεί ένα καλό κορίτσι και να της χαρίσει εγγόνια. Μιας μάνας που όταν της ανακοινώνει την απόφασή του να φύγει οι λέξεις γίνονται σκληρές από απόγνωση που μοιάζει αλλά δεν είναι θυμός «να φύγεις και να μην ξαναγυρίσεις»
Και η Κατερίνα είναι η κλασική περήφανη γυναίκα που όταν πληροφορείται την επιθυμία φυγής του αγαπημένου της, δεν τον εκλιπαρεί να μείνει κοντά της παρόλο που γνωρίζει ότι στην κλειστή κοινωνία του νησιού διατρέχει τον κίνδυνο να πέσει θύμα των αυστηρών ηθών εξαιτίας της εξώγαμης κυοφορίας του παιδιού του Χριστόφορου.
Μόνο ο παπά Μάρκος δέχεται την απόφαση του ήρωα χωρίς αντιρρήσεις και ενδοιασμούς. «Τον καλεί ο Θεός... Πώς να τα βάλεις δόλια Φωτεινή, με τον Θεό;»
Έτσι, ο Χριστόφορος ακολούθησε το μοναχικό, τον ιδιαίτερο δρόμο του, το δρόμο της αναζήτησης του εαυτού του μέσα από τη μουσική και το μοναχισμό, ακολουθώντας τα χνάρια ενός Θεού όπως του τον δίδαξε ο πατέρας Ευδόκιμος, ο μοναχός που ένωσε τη μοίρα του μαζί του στο Άγιον Όρος, ένας μοναχός – φιλόσοφος, ριζοσπάστης και ιδιαίτερος όσο και η αντίληψή του για το Θείο.
«Ο Θεός είναι για τον καθένα μας κάτι διαφορετικό. Μα παραμένει πάντα ένας ισχυρός άξονας και γύρω του περιστρέφονται ούλα. Όλοι αγωνιζόμαστε να βρούμε την ελπίδα, για να αντιμετωπίσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό και να γίνουμε πραγματικοί άνθρωποι.... Ο Θεός δεν βρίσκεται μόνο στις εκκλησιές και στα μοναστήρια... Βρίσκεται παντού, μα πιο πολύ είναι εκεί όπου ο καθένας μας θέλει να φτάσει.... Ο δικός μου ο Θεός μου μιλάει κάθε πρωί κι εγώ του λέω τα μυστικά μου εδώ στο χωράφι. Εδώ, Τον συναντάω, μεγάλη η χάρη Του κι άμα μια μέρα αργήσω να’ ρθω, βγαίνει Εκείνος στο χωράφι πρώτος και με φωνάζει. Κι όταν βαρεθεί τα πολλά Κύριε Ελέησον και τις αγιαστούρες, έρχεται και κάθεται δίπλα μου στο τραπέζι και τα πίνουμε μαζί. Του λέω εγώ τα δικά μου βάσανα, μου λέει εκείνος τα δικά του. Γιατί τι θαρρείς; Δεν έχει Εκείνος βάσανα; Έτσι που τα κάναμε οι άνθρωποι, άστα!»
Οι ήρωες δεν χρειάζονται ανάλυση. Είναι από μόνοι τους, όπως περιγράφονται με εικόνες και λέξεις μέσα στο βιβλίο τόσο διαυγείς, που νομίζεις ότι είσαι σε μια γωνιά κοντά τους και παρακολουθείς κάθε τους κίνηση, ενώ ταυτόχρονα η συγγραφέας πετυχαίνει ασταμάτητα να βγάζει μια ακτινογραφία του ψυχισμού και της σκέψης τους.
Κορυφαία απόδειξη της άρτιας τεχνικής της στην προβολή της προσωπικότητας των ηρώων της, ο Ιάκωβος. Ο μυστηριώδης, σιωπηλός, αδύνατος μοναχός που καταφθάνει στο Άγιο Όρος προκαλώντας διάφορες υποθέσεις για να αποδειχτεί στην πορεία ότι προορισμός του δεν ήταν απλώς η ικανοποίηση μιας υπερφίαλης φιλοδοξίας κατάκτησης ενός βραβείου κι ενός στοιχήματος αλλά η μέθεξή του στην αληθινή ουσία της αγάπης, καθώς το πεπρωμένο αριστοτεχνικά είχε προσχεδιάσει μια σπάνια συνάντηση δυο ανθρώπων που κατάφεραν να εντοπίσουν το αληθινό νόημα της ζωής μετά από την ουσιαστική ψυχική επικοινωνία τους.
Ίσως η πιο αφανής αλλά και η πιο σημαντική ηρωίδα αυτού του βιβλίου είναι η Αγγελίνα, ένα παιδί το οποίο όταν αρρωσταίνει βαριά κατορθώνει αφενός να συσπειρώσει γύρω της σχεδόν το σύνολο των ηρώων του βιβλίου και συγχρόνως να ενεργοποιήσει τη σκέψη κυρίως του Χριστόφορου ώστε να αναθεωρήσει την αρκετά εγωκεντρική θεώρησή του για τη ζωή, τον προορισμό και τον κόσμο. Να συνειδητοποιήσει ότι αυτά που απαρνιόταν για να ανέβει σε μια υψηλότερη μορφή αυτογνωσίας ήταν στην ουσία τα κλειδιά για την επίτευξή της. Τα απλά καθημερινά πράγματα, οι απλές καθημερινές χαρές, το γέλιο ενός παιδιού, μια μελωδία που συντροφεύει και απαλύνει την ανθρώπινη μοναξιά, η πάλη με ό,τι οι άνθρωποι θεωρούν ρουτίνα.
Τεχνική ανάλυση
Ο Χριστόφορος, ο αρνητής της συνηθισμένης ζωής, ο αρνητής του έρωτα, μαθαίνει ότι το νόημα της ζωής ήταν ακριβώς εκείνο που απαρνήθηκε.
«Ξεχνιέται άραγε ποτέ ο έρωτας; Ποιος μπόρεσε ποτέ να το απαρνηθεί και τα κατάφερε μέχρι τέλους;»
Πήρε την απάντηση που έψαχνε μες στη μουσική, μες στα κύματα, μες στη σιωπή της μοναστικής ζωής και τότε...
Το τότε θα το ανακαλύψετε μέσα στο πορτρέτο της σιωπής. Την μεγαλειώδη κατάληξη του ήρωα ή μήπως την μεγαλειώδη έναρξη της ζωής της Αγγελίνας η οποία ανακαλύπτει με τη σειρά της το μυστικό που γύρευε μες στις νότες ο πατέρας της; Τη μεγαλειώδη συντριβή του αρνητή του έρωτα.
Το πορτρέτο της σιωπής απέχει πολύ από το να είναι ένα ρομαντικό μυθιστόρημα. Καταλήγει στην εξύμνηση του έρωτα μέσα απ’ την άρνηση και όχι μέσα από τη βίωσή του. Δύσκολος δρόμος μα την αλήθεια, αλλά η Τέσυ τον περπάτησε με αξιοπρέπεια μες στις σελίδες του βιβλίου της.
Μες στις καλογραμμένες σελίδες του βιβλίου υπάρχουν απαντήσεις για τα διαφορετικά ταξίδια ψυχής που κάνουν κάποιοι άνθρωποι. Υπάρχουν απόψεις για τη μουσική, τα όνειρα, τον έρωτα, το Θεό και τους ανθρώπους. Υπάρχουν λύσεις για όσους νιώθουν διαφορετικοί πληγώνοντας άθελά τους τους ανθρώπους που αγάπησαν. Υπάρχουν φωτογραφίες και πορτρέτα των σιωπών που είναι κρυμμένες πίσω απ’ την ανθρώπινη φλυαρία.
Μες στην ποιητική του γλώσσα που εναλλάσσεται με την ντοπιολαλιά του νησιού και τη ρεαλιστική απόδοση των συναισθημάτων και των σκέψεων των ηρώων του. Μες στη μοναδική τεχνική του που για όποιον δεν γνωρίζει ότι το πορτρέτο της σιωπής είναι το πρώτο βιβλίο της Τέσυς Μπάιλα, γοητεύεται το ίδιο απόλυτα όπως με το έργο ενός δοκιμασμένου επί μακρόν τεχνίτη του μυθιστορήματος.
Γιατί η Τέσυ επιχειρεί ήδη από το πρώτο της βιβλίο να απαρνηθεί τη γραμμική αφήγηση και να αποτολμήσει δύσκολες αναδρομές από το παρόν σε προγενέστερο χρόνο, χωρίς ωστόσο να μπερδεύει τον αναγνώστη καθώς οι μεταβάσεις της στον ενεστώτα γίνονται αβίαστα και αποκρυσταλλωμένα.
Την τεχνική της ωστόσο σηματοδοτούν επίσης, μοναδικά ευρήματα που κινούν την πλοκή της ιστορίας και διατηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης του έργου. Σ’ αυτό συμβάλλουν αφενός η ιδιαίτερη μελέτη του μοναχικού βίου και οι σκηνοθετικές λεπτομέρειες που παρέχει η συγγραφέας στο βιβλίο της για την περιγραφή του χώρου όπου ζουν και δρουν οι ήρωες, όσο και οι γνώσεις της στην τέχνη της φωτογραφίας που καθιστά τις περιγραφές τόσο των φωτογραφιών που χρησιμοποιεί η συγγραφέας για την ενεργοποίηση των μοχλών της ιστορίας όσο και του γενικότερου πλαισίου εικόνων του βιβλίου της, απαράμιλλες. Μια φωτογραφία είναι εξάλλου το εύρημα που οδηγεί την ιστορία στην πιο καταλυτική αποκάλυψη και ένα παιδί στην επίτευξη της αυτογνωσίας από μέρους των πρωταγωνιστών.
Θα μπορούσα να γεμίσω πολλές σελίδες ακόμη αναφερόμενη στην τεχνική του βιβλίου, όμως αυτό είναι κάτι που είμαι σίγουρη ότι θα το κάνουν οι αναλυτές όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Θα αρκεστώ να επισημάνω ότι πρόκειται για ένα βιβλίο μυσταγωγία... Ένα βιβλίο που δεν συνδιαλέγεται με τη νόηση του αναγνώστη αλλά με τα βαθύτερα θέλω του που είναι κρυμμένα στα μύχια της ψυχής του... Ένα βιβλίο που έχει ζυμωθεί με την έννοια του Θεού μέσα στην Καζαντζακική λογοτεχνία, την αγάπη για το Αιγαίο, το φως και τη θάλασσα της ποίησης του Ελύτη, τις διαυγείς αξίες ζωής του Σαμαράκη. Γιατί μέσα στο Πορτρέτο της σιωπής, όποιος έχει μελετήσει αυτούς τους τρεις μεγάλους Έλληνες δημιουργούς, θα συναντήσει τα αγγίγματά τους στην ψυχή της Μπάιλα που καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τη σκέψη και την έκφρασή της.
Προσωπική επαφή με το έργο
Αν η επικοινωνία και η κατανόηση είναι τα πιο ουσιαστικά και βαθιά ανθρώπινα συναισθήματα, και συγχρόνως οι στόχοι της τέχνης, τότε είναι εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί η παρουσίαση αυτού του βιβλίου είναι μια ιδιαίτερα σημαντική και συνάμα δύσκολη υπόθεση για μένα. Αφενός επειδή είχα την τύχη να δω το έργο αυτό από τα σπάργανά του να παίρνει μορφή, αφετέρου, γιατί η τέχνη είναι μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση που στέκομαι αντίκρυ της πάντα με δέος και ως συγγραφέας και ως φιλόλογος.
Στην προκειμένη περίπτωση, καθώς τα συναισθήματα παρεμβαίνουν στην κρίση, τα πράγματα περιπλέκονται, όμως όχι σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορώ να ξέρω ότι το βιβλίο αυτό που τόσο συγκινήθηκα όταν το είδα ολοκληρωμένο και με τη σημερινή του μορφή, είναι γνήσια τέχνη, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι τις προθέσεις, την αγωνία, και τη σκληρή μελέτη και δουλειά της συγγραφέως του.
Τέλος, αισθάνομαι ιδιαίτερα συγκινημένη απόψε όχι μόνο γιατί υλοποιήθηκε το όνειρο ενός δημιουργού, όχι μόνο γιατί η λογοτεχνία πλούτισε κατά ένα ακόμη αξιόλογο βιβλίο αλλά κι επειδή η Τέσυ Μπάιλα μου έκανε την τιμή να το βαφτίσω εγώ.
Σε μια νύχτα κάθισα και το διάβασα όλο απ’ την αρχή. Όταν ξημέρωσε αυτός ο τίτλος σχηματίστηκε στο μυαλό μου ως κεντρική ιδέα όλης αυτής της επίπονης δουλειάς.

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009

Ο βιολιστής στο μετρό...

Ο βιολιστής στο μετρό - Ένα πρωτότυπο πείραμα"asxetos"Τρίτη, 17 Μαρτίου 2009
Κάποιο κρύο πρωινό του Ιανουαρίου του 2007, ένας άντρας κάθησε σε ένα κεντρικό σταθμό του μετρό, δίπλα σε έναν κάδο σκουπιδιών και ξεκίνησε να παίζει το βιολί του. Έπαιξε για περίπου 45 λεπτά. Κατά τη διάρκεια αυτών των 45 λεπτών, δεδομένου ότι ήταν ώρα αιχμής, πέρασαν από μπροστά του αρκετές χιλιάδες άνθρωποι, οι περισσότεροι πηγαίνοντας στη δουλειά τους.Τρία λεπτά μετά την έναρξη της μουσικής, ένας μεσήλικος κύριος παρατήρησε ότι υπήρχε ένας μουσικός που έπαιζε βιολί, τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και συνέχισε το βιαστικό του βηματισμό. Ένα λεπτό αργότερα, ο βιολιστής εισέπραξε το πρώτο του δολάριο, από μια κυρία που το πέταξε στο καπέλο του καθώς περνούσε από μπροστά του χωρίς να σταματήσει καθόλου. Λίγο αργότερα, κάποιος ακούμπησε στον τοίχο και τον άκουσε για λίγο, αλλά μετά κοίταξε το ρολόι του και έφυγε βιαστικός. Πιο πολύ από όλους τους περαστικούς, ασχολήθηκε μαζί του ένα τρίχρονο αγόρι που ήθελε να σταματήσει για να ακούσει, αλλά η μητέρα του τον τράβηξε για να συνεχίσουν τη διαδρομή τους. Το παιδί κοιτούσε συνεχώς προς τα πίσω καθώς απομακρυνόταν. Το ίδιο επαναλήφθηκε και με άλλα παιδιά και τους γονείς τους, οι οποίοι -χωρίς καμία εξαίρεση- τα τράβαγαν για να συνεχίσουν το δρόμο τους. Στα 45 λεπτά μουσικής, συνολικά σταμάτησαν για να ακούσουν -έστω και για λίγο- μόνο 6 άνθρωποι, σε σύνολο περίπου χιλίων. Περίπου 20 άνθρωποι έριξαν λεφτά στο καπέλο καθώς συνέχιζαν να περπατούν, χωρίς να ελαττώσουν την ταχύτητα του βηματισμού τους. Η συνολική είσπραξη ήταν 32 δολάρια.
Όταν η μουσική σταμάτησε και υπήρξε σιωπή, κανείς δεν το πρόσεξε. Κανείς δε χειροκρότησε, ούτε υπήρξε κανενός άλλου είδους αναγνώριση, εκτός από μία γυναίκα. Αυτό που δεν ήξερε κανείς, ήταν ότι ο συγκεκριμένος βιολιστής ήταν ο Joshua Bell (Τζόσουα Μπελ), ένας από τους καλύτερους μουσικούς του κόσμου, και έπαιζε με ένα βιολί Stradivarius (Στραντιβάριους) αξίας 3,5 εκατομμυρίων δολαρίων, κατασκευασμένο από τον ίδιο τον Antonio Stradivari το 1713. Δύο ημέρες νωρίτερα, ο Joshua Bell έπαιξε σε ένα κατάμεστο θέατρο της Βοστώνης και η τιμή ενός «φθηνού» εισιτηρίου ήταν 100 δολάρια.
Ο Bell αμoίβεται με περίπου 1000 δολάρια το λεπτό! Το συγκεκριμένο πείραμα, δηλαδή το να παίξει ο Joshua Bell στο σταθμό του μετρό incognito, οργανώθηκε από την εφημερίδα Washington Post, ως μέρος μιας κοινωνικής μελέτης, περί του τι εκλαμβάνουμε ως σημαντικό, τι μας αρέσει, και σε τι δίνουμε προτεραιότητα. Η γενική περιγραφή του πειράματος ήταν: « Σε ένα συνηθισμένο περιβάλλον, σε μια ακατάλληλη ώρα, αντιλαμβανόμαστε το ωραίο; Σταματάμε για να το ευχαριστηθούμε; Αναγνωρίζουμε το ταλέντο σε ένα μη-αναμενόμενο περιβάλλον;».

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

1. «το μυστικό της ανθρώπινης ύπαρξης δεν είναι να ζει μονάχα, αλλά να ξέρει ποιος είναι ο σκοπός της ζωής»
«Ο διάβολος χρησιμοποιεί το κάλλος σαν αγκίστρι και όπλο ισχυρό για τους σκοπούς του.»
«Κανένας πόνος της ζωής δεν είναι τόσο βαθύς που να μπορεί να συγκριθεί με το θάνατο, αυτόν τον αιώνιο ανταγωνιστή της.»
«Και μήπως είναι τίποτα άλλο από ένα όνειρο η ζωή μας;»
«Οι γυναίκες είναι ικανές απ’ το μηδέν να κάμουν το παν.»
«Η ακολασία πορώνει το μυαλό και κάνει αναίσθητη την καρδιά.»
«Μερικά πράγματα δεν μπορεί κανένας να τα κρίνει, αν δεν τα έχει δοκιμάσει μόνος του.»
Παραθέτω μερικά μόνο αποφθέγματα από τα πολυάριθμα που συναντά κανείς διαβάζοντας Ντοστογιέφσκι. Αποφθέγματα που όταν άρχισα να διαβάζω τον συγκεκριμένο συγγραφέα σε ηλικία 12 ετών, τα υπογράμμιζα με το μολύβι μου και τα αποστήθιζα, για να τα χρησιμοποιώ στις σχολικές εκθέσεις. Με τον καιρό, αποθησαύρισα έναν ικανό αριθμό αποφθεγμάτων όχι μόνο από αυτό το συγγραφέα αλλά και από άλλους, ο οποίος μου δημιούργησε ένα ισχυρό αίσθημα ζήλιας (όχι φθόνου, το διευκρινίζω) επειδή με λίγες λέξεις κατόρθωναν να συμπυκνώσουν βαρύτατα νοήματα και να αποσαφηνίζουν έννοιες φιλοσοφικές για τις οποίες έχουν γραφτεί τόμοι ολόκληροι για να τις αναλύσουν. Άρχισα μάλιστα να δέχομαι την πρόκληση να λειτουργήσω μ’ έναν παρόμοιο τρόπο. Πήρα ένα μπλοκάκι και προσπαθούσα να φτιάξω μικρές φράσεις – ρητά. Μ’ αυτό το παιχνίδι έμαθα να σκέφτομαι. Να γαργαλάω την νοημοσύνη μου, να της βάζω στόχους και εμπόδια. Προτείνετέ το στα παιδιά σας. Δεν θα πιστεύετε την πρωτοτυπία που μπορεί να επιδείξει η νεανική και η εφηβική σκέψη...

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

ΕΝΤΓΚΑΡ ΑΛΑΝ ΠΟΕ Το κοράκι

Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε (Edgar Allan Poe[1], 19 Ιανουαρίου 1809 - 7 Οκτωβρίου 1849) ήταν Αμερικανός συγγραφέας, ποιητής και κριτικός. Υπήρξε ένας από τους κύριους εκπροσώπους του αμερικανικού ρομαντισμού. To λογοτεχνικό του έργο είχε σημαντική επίδραση στην παγκόσμια λογοτεχνία, αποτελώντας θεμέλιο λίθο για την εξέλιξη σύγχρονων λογοτεχνικών ειδών, όπως η αστυνομική λογοτεχνία ή οι ιστορίες τρόμου και φαντασίας.
Στις 29 Ιανουαρίου του 1845 εκδόθηκε το ποίημα του Το Κοράκι, ένα από τα πιο γνωστά έργα του και το οποίο του πρόσφερε μεγάλη αναγνώριση, γεγονός που τον βοήθησε επίσης να αυξήσει το ισχνό του εισόδημα δίνοντας διαλέξεις. Ανατυπώθηκε σε αρκετές εφημερίδες και περιοδικά, ωστόσο ο ίδιος ο Πόε δεν αποκόμισε οικονομικά οφέλη από το ίδιο το έργο εξαιτίας της έλλειψης νόμων περί πνευματικών δικαιωμάτων.
Η μεγάλη απήχηση ωστόσο που είχε αυτό το πολυεπίπεδο ποίημα, με κάνει να αναρωτιέμαι τι συμβαίνει σήμερα και δεν διαβάζουμε ποίηση και ακόμη χειρότερα, τι ενισχύει την τάση η λογοτεχνία να είναι εντελώς στατική και επίπεδη με παντιέρα τον υψηλό βαθμό ευκολίας της ανάγνωσής του ώστε να μην προβληματίζεται ο αναγνώστης όταν έρχεται σε επαφή με ένα λογοτεχνικό κείμενο, παρά άμεσα και γρήγορα να επιτυγχάνει συναισθηματική και συγκινησιακή φόρτιση;

Το Κοράκι

E. Α. Πόε

The Raven


Μετάφραση : Ηλίας Πολυχρονάκης.


ΜΙΑ φορά, τα μεσάνυχτα τα σκοτεινά, αδύναμος και αποκαμωμένος καθώς συλλογιζόμουν,

πάνω σε ένα πολύ ασυνήθιστο και περίεργο τόμο απολησμονημένης γνώσης,

έγειρα το κεφάλι, ίσα που μ' έπαιρνε ο ύπνος· τότε έξαφνα, έρχεται ένας ανάλαφρος σιγανός χτύπος,

όπως όταν κάποιος χτυπάει ευγενικά την πόρτα του δωματίου μου.
5
«Κάποιος επισκέπτης θα είναι» μουρμούρισα «που χτυπάει την πόρτα του δωματίου μου—

Μόνο αυτό και τίποτα παραπάνω».


Αχ! Χαρακτηριστικά θυμάμαι πως ήταν τον ανεμοδαρμένο παγερό Δεκέμβρη,

και η κάθε μια ξεχωριστή ξεθρακιασμένη σπίθα άπλώνε βαθμιαία το φάσμα της στο πάτωμα.

Ανυπόμονα ευχόμουν να έρθει το αύριο — μάταια είχα γυρέψει να δανειστώ από τα βιβλία μου
10
ένα τρόπο να δοθεί τέλος στη λύπη, την λύπη για την απολεσθείσα Λενόρ

την εξαίρετη κι’ απαστράπτουσα κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ —

εδώ όμως μένει παντοτινά.χωρίς όνομα να την καλούν.


Και το μεταξένιο, λυπητερό, αβέβαιο θρόισμα της κάθε μιας βυσσινί κουρτίνας,

μου γεννούσε το ρίγος της συγκίνησης, με καταλάμβανε με τέτοιους φανταστικούε τρόμους που δεν τους είχα νοιώσει ποτέ πριν.
15
Έτσι που, τώρα, για να νεκρώσω το δυνατό μου χτυποκάρδι, στάθηκα όρθιος και είπα σα να επαναλάμβανα:

«Κάποιος επισκέπτης θα είναι στην θύρα της κάμεράς μου που εκλιπαρεί να εισέλθει.

Κάποιος αργοπορημένος επισκέπτης που εκλιπαρεί από την πόρτα του δωματίου μου να εισέλθει.

Για αυτό πρόκειται και όχι για κάτι περισσότερο».


Η ψυχή μου γυρίζοντας στη θέση της ενδυναμώθηκε, και πλέον δεν ήταν σε δισταγμό.
20
«Κύριε» είπα εγώ, «ή Κυρία, ειλικρινά εκλιπαρώ την συγχώρεσή σας,

αλλά το γεγονός είναι ότι με πήρε ο ύπνος κι έτσι ανάλαφρο που ήταν το άξαφνο σας χτύπημα,

και τόσο υποτονικά που ήρθε το ελαφρύ άξαφνο χτύπημα, ο ανάλαφρος κρότος στη θύρα του δωματίου,

που πολύ αμφιβάλλω αν Σας άκουσα» — εδώ ανοίγω διάπλατα την πόρτα —

σκοτάδι εκεί και τίποτα άλλο.

25
Κοίταξα ερευνητικά, βαθιά μέσα στο σκότάδι εκείνο, μένοντας εμβρόντητος εκεί, για πολύ, νοιώθοντας το δέος,

την αμφιβολία, και βλέποντας όνειρα, που κανείς ποτέ θνητός δεν τόλμησε πιο πριν να ονειρευτεί.

Όμως τίποτα δεν τάραζε την σιγαλιά, και η ακινησία δεν μου έδινε κάποιο σημείο,

και η μόνη λέξη που ακούστηκε εκεί, ήταν η ψιθυριστή λέξη «Λενόρ».

Αυτό ψιθύρισα εγώ, και μια ηχώ μου αντιγυρνά ψιθυριστά την λέξη «Λενόρ».
30
Απλώς αυτό και άλλο τίποτα.


Ξαναγυρίζοντας στην κάμερα, φλεγόταν ολόκληρη η ψυχή μέσα μου

και σε μικρό διάστημα άκουσα πάλι ένα ανάλαφρο χτύπο, κάτι δυνατότερο από το προηγούμενο.

«Ασφαλώς» είπα εγώ, «ασφαλώς ετούτο είναι στο καφασωτό του παραθύρου μου,

ας δω επομένως τι είναι σε εκείνο το σημείο και το μυστήριο αυτό να διερευνήσω—
35
ας νεκρώσω την καρδιά μου μια στιγμή και ας διερευνήσω το μυστήριο αυτό—

Ο άνεμος θα είναι και άλλο τίποτα».


Σε αυτό το σημείο ανοίγω το πατζούρι, όταν, με ένα πολύ φευγαλέο πέταμα και φτεροκόπημα,

εκεί μέσα μπήκε ένα μεγαλόπρεπο Κοράκι των παλαιών ευσεβών εποχών.

Χωρίς να κάνει βαθιά υπόκλιση, δίχως στιγμή να σταματήσει ή να σταθεί στη θέση του,
40
αλλά υποσκάπτοντας τους καλούς τρόπους, πήγε και κούρνιασε ψηλά στην θύρα της κάμεράς μου-

κάθισε ψηλά, πάνω στο μπούστο της Παλλάδας, ακριβώς πάνω από την πόρτα της κάμεράς μου-

κούρνιασε ψηλά και κάθισε χωρίς να κάνει τίποτα άλλο.


Ύστερα, αυτό το πουλί στο μαύρο του εβένου ξεγέλασε την οικτρή μου ψευδαίσθηση να φτάσει σε χαμόγελο,

με το βαρύ και άκαμπτο τυπικό της αταραξίας που φορούσε.
45
Του είπα «Μολονότι το λοφίο σου είναι απογυμνωμένο και ξυρισμένο είσαι εσύ, δειλό πάντως δεν είσαι,

ειδεχθές, αποτρόπαιο και παλαιό Κοράκι που πλανιέσαι από την όχθη της Νύχτας—

για πες μου ποιο είναι το αρχοντικό σου όνομα που σε καλούν στην όχθη της Υποχθόνιας Νύχτας!»

«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.


Πολύ εξεπλάγην από το άκομψο αυτό πουλί, ακούγοντάς το να συνδιαλέγεται τόσο ανεπιτήδευτα,
50
μολονότι η απάντησή του λίγα σήμαινε — μεγάλη συνάφεια δεν είχε.

Διότι αναπόφευκτα συμφωνούμε ότι κανένα ζωντανό ανθρώπινο ον

ποτέ δεν είχε την ευτυχία να δει ένα τέτοιο πουλί πάνω από την πόρτα της κάμαράς του—

είτε επρόκειτο για πουλί, είτε για κτήνος, πάνω στο γλυπτό μπούστο ψηλά στην πόρτα της κάμεράς του,

να έχει ένα τέτοιο όνομα όπως το «Ποτέ πια».

55
Αλλά το Κοράκι στεκόταν μοναχό σε αυτό το γαλήνιο μπούστο, λέγοντας μονάχα

εκείνες τις λέξεις, λες και η ψυχή του ξεχείλιζε με εκείνες τις λέξεις.

Τίποτε παραπέρα κατόπιν δεν εκστόμισε, και ούτε ένα πούπουλό του κατόπιν δεν πετάρισε—

Ώσπου, μόλις ψιθυρίζοντας, μουρμούρισα: «Κι άλλοι φίλοι μου, από πριν, πάνε, πετάξανε και φύγανε—

Σαν θα έρθει το πρωί και τούτο θα με αφήσει, όπως πέταξαν και πάνε οι Ελπίδες μου οι παλιές».
60
Μετά το πουλί είπε, «Ποτέ πια».


Ξαφνιασμένος με την ακινησία που μόνο η τόσο επιδέξια δοσμένη απάντηση την διέκοπτε,

είπα: «Δίχως αμφιβολία, αυτό που εκφέρει είναι το μόνο του εφόδιο και υλικό

που γράπωσε από κάποιον δυστυχισμένο αφέντη που η ανηλεής του Kαταστροφή

τον ζύγωνε όλο και πιο κοντά, μέχρι που τα τραγούδια του μία μοναδική επωδό να φέρουν,
65
μέχρι που οι θρήνοι της Ελπίδας του να φέρνουνε το μελαγχολικό φορτίο

του Ποτέ — Ποτέ πια».


Αλλά το Κοράκι ακόμη ξεστράτιζε την καταλυπημένη μου ψυχή στο γέλιο,

Ευθύς, τσούλησα ένα κάθισμα με μαξιλάρια μπροστά από το πουλί και το μπούστο και την πόρτα.

Κατόπιν, βουλιάζοντας πάνω στο βελούδο, επιδόθηκα σε συνδυασμούς της μιας φαντασίωσης με την άλλη,
70
Σκεπτόμενος τι είναι εκείνο το οποίο εννοεί το δυσοίωνο — του παλαιού καιρού— πουλί, 70

Τι είναι εκείνο το οποίο εννοούσε το ζοφερό, άχαρο, ειδεχθές, πένθιμο και δυσοίωνο —του παλαιού καιρού— πουλί

Τι εννοούσε κρώζοντας «Ποτέ πια».


Έτσι ήμουν καθισμένος, κλεισμένος σε εικασίες, χωρίς να εκφράσω ούτε συλλαβή

στο πουλί, του οποίου τα φλογισμένα μάτια τώρα βάζανε φωτιά στα ενδόμυχα της καρδιάς μου·
75
Για ετούτα και για άλλα, καθόμουν κι έκανα εικασίες με το κεφάλι μου αναπαυτικά πλαγιασμένο, 75

στην βελούδινη επένδυση του μαξιλαριού, όπου έπεφτε χαιρέκακα το φως της λάμπας.

Αλλά όμως εκείνης ακριβώς της βελούδινης μενεξεδένιας επένδυσης όπου χαιρέκακα έπεφτε το φως της λάμπας,

και που Εκείνη δεν θα πιέσει, αχ, ποτέ πια.


Κατόπιν μου φάνηκε να πυκνώνει ο αέρας, αρωματιζόμενος από κάποιο αόρατο θυμιατήρι
80
που το έσειε ένα Σεραφείμ και τα βήματά του κουδούνιζαν στο πυκνό δάπεδο. 80

«Φουκαρά» είπα με φωνή μεγάλη, «ο Θεός έχει προσφέρει σε εσένα — δια μέσω αυτών των αγγέλων, έχει προσφέρει σε εσένα

Ανακούφιση — ανακούφιση και νηπενθές από τις αναμνήσεις της Λενόρ!

Πίνε, ω, πίνε με γουλιές μεγάλες αυτό το ευγενικό το νηπενθές και ξέχασε αυτήν την απολεσθείσα Λενόρ».

«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.

85
«Προφήτη!» είπα «το πράγμα του κακού! — προφήτη εντούτοις, μια πουλί μια διάβολος

είτε σε στέλνει ο Πειρασμός, ή και αν η θύελλα σε στριφογύρισε και σε έριξε εδώ στην ξηρά,

Εγκαταλελειμμένο, απτόητο παρ' όλα αυτά, σε αυτή την έρημη χώρα σε έριξε δεμένο με μάγια —

σε αυτό το σπίτι που το στοίχειωσε η Φρίκη - έλα, πες μου, αληθινά, σε παρακαλώ,

πες μου πες μου εκλιπαρώ, βρίσκεται κάποιο βάλσαμο παρηγοριάς στα βουνά της Γαλαάδ;»
90
«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.


«Προφήτη!» είπα «της συμφοράς το πράγμα! - προφήτη εντούτοις, είτε πουλί είτε διάβολος!

Στο όνομα του ουρανού που πάνω μας κυρτώνει, στο όνομα του Θεού που και οι δυο μας λατρεύουμε—

Λέγε σε ετούτη την ψυχή την φορτωμένη θρήνο, λέγε αν μέσα στην μακρινή Εδέμ,

Πρόκειται να σφίξει στην αγκαλιά της μια αγιασμένη κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ-
95
Αν σφίξει μια εξαίρετη και απαστράπτουσα κόρη που την αποκαλούν οι άγγελοι Λενόρ—

Αν σφίξει μια εξαίρετη και απαστράπτουσα κόρη που Λενόρ την αποκαλούν οι άγγελοι».

«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.


«Το σύμβολο του αποχωρισμού μας να γίνουνε αυτές οι λέξεις, πουλί ή πνεύμα του κακού!»

Με μια στριγκλιά σηκώθηκα, κάνοντας μια κίνηση αναρρίχησης —
100
«Να επιστέψεις στη θύελλα και στην όχθη της Καταχθόνιας Νύχτας!

Μαύρο φτερό να μην αφήσεις σαν ενθύμημα του ψεύδους που έχεις πει από την ψυχή σου!

Μη μου ταράζεις τη μοναχικότητα! Φύγε απ' το μπούστο πάνω απ' την πόρτα μου!

Πάρε το ράμφος σου από τα μύχια της καρδιάς μου, και πάρε τη μορφή σου μακρυά απ' την πόρτα μου!»

«Ποτέ πια», είπε το Κοράκι.

105
Και του Κορακιού το γρήγορο αθόρυβο πέταγμα δεν ακούγεται, ακίνητο κάθεται, ασάλευτο κάθεται,

στο κατάχλομο μπούστο της Παλλάδας, πάνω ακριβώς από την πόρτα της κάμερας

και τα μάτια του έχουνε τα πάντα απ' την όψη ενός δαίμονα που ρεμβάζει,

και το φως της λάμπας χύνεται απάνω του, ρίχνοντας στο δάπεδο τη σκιά του·

και η ψυχή μου, από μέσα από τη σκιά που κινείται και απλώνεται στο πάτωμα,
110
δεν θα ανασηκωθεί — ποτέ πια.

Δευτέρα, 02 Νοεμβρίου 2009

Ποιοτική και ευπώλητη τέχνη...

Έπεσε στα χέρια μου μια πολύ ενδιαφέρουσα εργασία του φοιτητή του Ανοιχτού Πανεπιστημίου (Τμήμα Ελληνικού Πολιτισμού) Αδαμόπουλου Δημήτρη σχετικά με την ποιοτική και μη τέχνη στηριγμένη στις διάφορες θεωρητικές σχολές που κατά καιρούς πήραν θέση στο φλέγον και διαχρονικό αυτό ζήτημα. Σας παραθέτω τα πιο σημαντικά κομμάτια αυτής:


Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΥΨΗΛΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

Από την εποχή της κλασικής αρχαιότητας υπήρξε τάση αμφισβήτησης για τις δημοφιλείς τέχνες. Τόσο ο Ηράκλειτος όσο και ο Πλάτωνας διατυπώνουν τη αντίθεση τους, και προσάπτουν κατηγορίες για καλλιέργεια ψευδαισθήσεων και ικανοποίηση των ευτελών πόθων. Το αξιοσημείωτο είναι ότι αυτό συμβαίνει στην εποχή της κλασικής αρχαιότητας όπου, οι διάφορες κοινωνικές ομάδες έχουν πρόσβαση στα πολιτιστικά δρώμενα. Κατά συνέπεια η πολιτισμική διαφοροποίηση μεταξύ των κοινωνικών ομάδων είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Στην ελληνιστική και κυρίως στην ρωμαϊκή περίοδο που ακολουθούν, οι κοινωνικές ανισότητες μεγαλώνουν με αποτέλεσμα την πολιτισμική διαφοροποίηση των κοινωνικών ομάδων. Με το πέρασμα της εποχής από την κλασική αρχαιότητα, και κατά την διάρκεια των αιώνων που ακολούθησαν, η διαφοροποίηση αυξάνεται λόγω τον πολιτικών καθεστώτων που επικράτησαν.

Η επισημοποίηση της διαφοράς αυτής έγινε την εποχή των φεουδαρχικών καθεστώτων μεταξύ 8ου και 18ου αιώνα, και επεκτάθηκε τον 19ο με τη διαμόρφωση της έννοιας «υψηλή τέχνη». Τα μέλη της Royal Academy of Arts στην Αγγλία ονόμασαν υψηλή τέχνη, την τέχνη που διαθέτει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
α) Η υψηλή τέχνη πρέπει να πραγματεύεται θέματα «υψηλά», σχετικά με ήρωες και γεγονότα από την αρχαία ιστορία ή την νεότερη, τη θρησκεία τη μυθολογία, αλλά και τη ζωγραφική ή την λογοτεχνία.
β) Ο τρόπος αισθητικής και αντίληψης πρέπει να είναι βασισμένος στα έργα των μεγάλων δημιουργών της κλασικής αρχαιότητας και της αναγέννησης.
γ) Η απεικόνιση της φύσης και του ανθρώπου πρέπει να ακολουθεί υποδειγματικά την κλασική τέχνη και να αποφεύγει την ιδιομορφία κάθε εποχής.
δ) Η υψηλή τέχνη πρέπει να έχει σαν σκοπό την πνευματική ανάταση και την ηθική διάπλαση του κοινού. Αυτό είναι που θα την κάνει να ξεχωρίσει από τα «χαμηλά» είδη τέχνης που σκοπό έχουν απλώς να ικανοποιήσουν τις αισθήσεις.
Τα χαρακτηριστικά αυτά ονομάστηκαν νεοκλασικισμός, αφού σκοπό είχαν να τονίσουν την σημασία των κλασικών καλλιτεχνικών προτύπων της αρχαιότητας. Σε αυτό βέβαια βοήθησαν τα αρχαιολογικά ευρήματα που ήρθαν στην επιφάνεια αυτήν την περίοδο (μέσα 18ου αιώνα). Τον 19ο αιώνα ο ανταγωνισμός ανάμεσα στην ηγεμονική αστική τάξη, (η οποία είχε επιβάλει το δικό της σύστημα πολιτισμικών αξιών), και των λαϊκών στρωμάτων επιφέρει αλλαγές. Τα λαϊκά στρώματα διεκδίκησαν πρόσβαση στην πολιτική ζωή και την εκπαίδευση. Η διείσδυση όμως των τελευταίων στην πολιτισμική ζωή, δημιουργεί ένα νέο είδος τέχνης, που οι πρώτοι θα αποκαλέσουν υποτιμητικά,«μαζική κουλτούρα». Ο ορισμός της έννοιας «υψηλή τέχνη» διευρύνεται, και τώρα πλέον συμπεριλαμβάνονται έργα μεγάλων καλλιτεχνών όλων των παρελθόντων εποχών του δυτικού πολιτισμού. Ο κανόνας όπως ορίστηκε από τον Matthew Arnold είναι, « ό,τι το καλύτερο έχει σκεφτεί και πει ο άνθρωπος»
[1]. Κάθε χώρα της δύσης ορίζει τα έργα των πιο διακεκριμένων καλλιτεχνών της ως κανόνα υψηλής εθνικής τέχνης. Με αυτόν τον τρόπο η έννοια της υψηλής τέχνης προσαρμόστηκε στις ανάγκες κάθε χώρας που θεωρεί ότι είναι νόμιμος κληρονόμος μιας μακραίωνης καλλιτεχνικής παράδοσης.

Στην αρχή του 20ου αιώνα η εξάπλωση των μέσων μαζικής επικοινωνίας, έφερε ανησυχίες για νόθευση της υψηλής τέχνης. Συντηρητικοί διανοούμενοι όπως οι T.S Eliot, F.R. Leavis και O.y Gasset είναι από τους πρώτους που διατυπώνουν την αντίθεση τους. Ακολουθώντας το πνεύμα του Nietzsche ότι «όλα τα μεγάλα, όλα τα ωραία πράγματα δεν μπορούν ποτέ να είναι κοινό αγαθό: pulchrum est paycorym hoinum»
[2]. Υποστηρίζουν ότι όταν η υψηλή τέχνη παύει να αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των λίγων και εκλεχτών, είναι βέβαιο ότι θα υποστεί νόθευση. Τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, η γιγάντωση της μαζικής κουλτούρας επιβεβαιώνει τις ανησυχίες του Eliot.

Η κριτική αμφισβήτηση ανάμεσα στην διάκριση της υψηλής και της μαζικής τέχνης γίνεται ολοένα και πιο εντονότερη. Ο Walter Benjamin υποστηρίζει ότι η φτηνή αναπαραγωγή έργων τέχνης καθιστά προσιτή την πρόσβαση σε οποιοδήποτε, αλλά αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τα έργα να χάνουν την αρχική τους αίγλη. Στην συνέχεια και ο Andre Malraux ισχυρίζεται ότι τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας δημιουργούν ένα «φανταστικό μουσείο» ή το «μουσείο χωρίς τοίχους»
[3] όπως αποκαλεί την αναπαραγωγή τέχνης. Η οποία όμως φτηνή αναπαραγωγή λειτουργεί αποπροσανατολιστικά και συνιστά υπέρβαση του παραδοσιακού μουσείου. Στην συνέχεια οThorstein Veblen μας δίνει τον φετιχιστικό χαρακτήρα που απέκτησε η υψηλή τέχνη λόγω της χρήσης της από την αστική τάξη ως μέσο επίδειξης και κοινωνικού γοήτρου. Συνεχίζοντας την κριτική αμφισβήτηση η φεμινιστική τεχνοκριτική της Linda Nochlin καταγγέλλει τον ανδροκεντρικό χαρακτήρα του κανόνα και τον ουσιαστικό αποκλεισμό των γυναικών καλλιτεχνών. Τέλος μια άλλη αμφισβήτηση επισημαίνει τον ευρωκεντρικό προσανατολισμό της έννοιας και του κανόνα της υψηλής τέχνης.

Με όλες τις παραπάνω κριτικές, η παραδοσιακή ουμανιστική αντίληψη περί υψηλής τέχνης έχει σχεδόν καταρρεύσει. Το πρώτο μισό του 20ού αιώνα εμφανίστηκαν διάφορα καλλιτεχνικά ρεύματα-κινήματα όπως, ο φουτουρισμός, ο κυβισμός, ο κονστρουκτιβισμός, ή ο εξπρεσιονισμός. Τα ρεύματα αυτά αρχικά αντιμετώπισαν την κριτική αμφισβήτηση αλλά στην συνέχεια ενσωματώθηκαν στον κανόνα και ονομάστηκαν μοντέρνα τέχνη. Σε αυτό βέβαια συνέβαλαν και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες θεωρώντας τους εαυτούς τους συνεχιστές της μεγάλης δυτικής παράδοσης και υψηλής τέχνης. Με την στροφή της στάσης των καλλιτεχνών ως προς την μαζική κουλτούρα, ανοίγει ο δρόμος για την ανάπτυξη του υπερρεαλισμού. Το κίνημα αυτό επεδίωκε την έκφραση του υποσυνείδητου κόσμου χωρίς λογικό έλεγχο ή ηθικούς και αισθητικούς περιορισμούς. Γόνος αυτού του κινήματος είναι αυτό που θα ακολουθήσει στην συνέχεια, και θα αποκληθεί μεταμοντέρνα τέχνη. Η τάση αυτή των καλλιτεχνών είχε σαν πηγή έμπνευσης, παραδοσιακά υποτιμημένες μορφές της δημοφιλούς τέχνης και παράδοσης. Το καλλιτεχνικό αυτό ρεύμα καταργεί τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στα πρότυπα της υψηλής και της μαζικής τέχνης. Η συστηματική ανάμιξη του «υψηλού» και του «χαμηλού» είναι αυτό που χαρακτηρίζει το ρεύμα του μετά-μοντερνισμού.

Στα πλαίσια του ρεύματος αυτού, τη δεκαετία του 1960 δημιουργείται ένα ζωγραφικό κίνημα με πρωτοπόρους τους: Andy Warhol, Roy Lichtenstein και Klaus Altenbourg. Οι καλλιτέχνες αυτοί χρησιμοποίησαν ως πηγή έμπνευσης τους εικονογραφία που παραδοσιακά ήταν υποτιμημένες μορφές δημοφιλούς τέχνης.
Η pop art όπως την αποκάλεσαν επεκτάθηκε την δεκαετία που ακολούθησε και σε άλλες τέχνες όπως: την λογοτεχνία ,την μουσική, το θέατρο, τον κινηματογράφο, την διαφήμιση κ.τ.λ.. Ένα από αυτά τα έργα είναι και η Τιρκουάζ Μαίρυλιν του Andy Warhol το 1962.Δεδομένου ότι Marily Monroe αποτελούσε σύμβολο της εποχής για την αμερικανική κουλτούρα, πρόκειται για μια από τις διασημότερες προσωπογραφίες. Ο καλλιτέχνης προσπαθεί να δώσει έναν αναγεννησιακό χαραχτήρα στο ξεπερασμένο πλέον ασπρόμαυρο αυτό έργο, εμπλουτίζοντας το με φανταχτερά χρώματα . Αντιλαμβανόμαστε ότι ο Warhol κάνει μια προσπάθεια ανάμιξης του παλιού καθιερωμένου στη συνείδηση των ανθρώπων ασπρόμαυρου πίνακα, με μια καινούρια μοντέρνα έκδοση. Αυτό επιβεβαιώνει και τους στόχους του ρεύματος του μεταμοντερνισμού, δηλαδή την ανάμιξη του καθιερωμένου και επίσημα αποδεχτού με του μοντέρνου.

Η μεταμοντέρνα τέχνη δέχτηκε τα «πυρά» των επικριτών της, όπως ο Fredric Jameson, που χαρακτηρίζει το φαινόμενο αυτό όχι μόνο ως την ολοκληρωτική κατάργηση των ορίων μεταξύ υψηλής και μαζικής τέχνης, αλλά και την πλήρη εμπορευματοποίηση της ίδιας της τέχνης. Στον αντίποδα ο Karl Mannheim υποστηρίζει ότι η μείωση της απόστασης ανάμεσα στο «υψηλό» και το «χαμηλό» θα βοηθήσει στον κοινωνικό και πολιτισμικό εκδημοκρατισμό.


Η ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΚΡΙΤΙΚΗ

Οι εκφραστές τις αριστερής κριτικής όπως: ο Theodor Adorno, Max Horkheimer, Herbert Marcus και Leo Lowenthal, έχουν αφετηρία την Σχολή της Φραγκφούρτης. Οι γερμανοί αυτοί διανοούμενοι θεωρούν ότι η μαζική κουλτούρα στρέφεται κατά των λαϊκών στρωμάτων , διότι αντικαθιστά την παραδοσιακή λαϊκή κουλτούρα με μια βιομηχανοποιημένη. Η παραγόμενη αλλά και κατευθυνόμενη αυτή κουλτούρα προβάλλεται με σκοπό να ομογενοποιήσει και να τυποποίησει τις λαϊκές μάζες. Ο τρόπος είναι ανάλογος με αυτόν που χρησιμοποιείται για τα βιομηχανικά προϊόντα, όπου γίνεται μερική διαφοροποίηση σε διαφορετικές ομάδες κοινού. Αφού πρώτα οι ομάδες αυτές έχουν προσδιοριστεί στατιστικά σύμφωνα με τις προτιμήσεις και το εισόδημα τους. Η διαδικασία αυτή δίνει την ψευδαίσθηση ότι κάτι διαφορετικό προσφέρεται στον καθένα, ενώ στην πραγματικότητα οι επιλογές του καθενός είναι προκαθορισμένες, ανάλογα με την ομάδα που ανήκει. Σύμφωνα με τους Adorno και Horkheimer, «Με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζουν ότι κάτι προσφέρεται στον καθένα έτσι ώστε να μην ξεφύγει κανένας»
[4]. Έτσι κάθε μέλος μιας ομάδας κοινού δραστηριοποιείται μέσα στα προκαθορισμένα πλαίσια που έχουν διαμορφωθεί ειδικά για την κατηγορία του. Η Hanna Arendt καταγγέλλει ότι ένα τέτοιο σύστημα έχει σαν αποτέλεσμα τα πολιτισμικά αντικείμενα να μετατρέπονται σε καταναλωτικά. Με σκοπό να αναλωθούν όπως ακριβώς και τα υλικά αγαθά, τα οποία καλύπτουν τις φυσικές μας ανάγκες. Σε μια τέτοια μαζική κοινωνία, η κουλτούρα όχι μόνο δεν έχει θέση , αλλά απειλείται με αφανισμό. Η μαζική κουλτούρα δεν «αναδύεται αυθόρμητα από τις ίδιες τις μάζες»[5]α και συνεπώς δεν αντιπροσωπεύει την «σημερινή μορφή της λαϊκής τέχνης»β (Adorno). Η εκβιομηχάνιση των προϊόντων μαζικής κουλτούρας οδηγεί στην κυριαρχία στερεοτύπων και εμποδίζει την διαμόρφωση αυτόνομων συνειδητά κρινόντων ατόμων. Ενώ σύμφωνα με το φεμινιστικό και αντιρατσιστικό κίνημα, τα προϊόντα μαζικής κουλτούρας αναπαριστούν μειωτικά τις γυναίκες και τις μη λευκές φυλές. Τέλος η θεωρία του πολιτισμικού ιμπεριαλισμού καταγγέλλει ότι η παρουσία της μαζικής αμερικανικής κουλτούρας σε παγκόσμιο επίπεδο, οδηγεί σε έναν πολιτισμικό ιμπεριαλισμό απειλώντας να αφανίσει τις ιθαγενείς πολιτισμικές παραδόσεις των εθνών.

Η μαζική κουλτούρα απευθύνεται σε πολλούς και καταναλώνεται από πολλούς, θεωρείται υποδεέστερη ή υποβαθμισμένη μορφή κουλτούρας. Οδηγεί σε ένα καθεστώς εκμετάλλευσης και υποτέλειας των λαϊκών στρωμάτων. Χαρακτηρίζεται από τους εκφραστές της ως αντί-τέχνη , αφού τα προϊόντα της ακολουθούν τους νόμους της κατανάλωσης. Ως εκ τούτου είναι εφήμερη και ρηχή κουλτούρα αφού ενθαρρύνει την επιφανειακή θεωρία των πραγμάτων , και οδηγεί στην παρακμή της παραδοσιακής λαϊκής κουλτούρας.

Με βάση τις παραπάνω θέσεις των θεωρητικών της αριστερής κριτικής μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε τα ενδεχόμενα σχόλια τους, σχετικά με το έργο του Andy Warhol και την Τιρκουάζ Μαίρυλιν .Σίγουρα θα το σχολιαζόταν αρνητικά ως ένα έργο που στερείται αληθινής λαϊκής παραδοσιακής κουλτούρας. Επιπλέον αποτελεί ένα εφήμερο και ρηχό έργο που σκοπό έχει απλώς την υποβοήθηση του καταναλωτισμού. Ένα άλλο σχόλιο θα ήταν, ότι αφού δεν μπορεί να δώσει τις αληθινές αρετές και αξίες, το μόνο που μπορεί να προσφέρει είναι η ικανοποίηση των αισθήσεων. Μια άλλη ιδιότητα που μπορεί να αποδοθεί στο έργο αυτό, είναι απλώς ο ρόλος της διακόσμησης. Σε κάθε περίπτωση κάθε μορφή μαζικής τέχνης, έχει απώτερο σκοπό, στο να υποβοηθήσει τον καταναλωτισμό.


Ο ΑΠΟΣΤΙΓΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΑΖΙΚΗΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ

Η μεταπολεμική βιομηχανική κοινωνία πέρασε σε ένα στάδιο ευρύτερης αποδοχής ιδεών και απόψεων. Η θεωρία ότι ο κόσμος αποτελείται από πολλά αυτοτελή στοιχεία ή από πολλά στρώματα είναι μια πραγματικότητα. Η προσωπική ελευθερία στις επιλογές, και η ανάπτυξη πρωτοβουλιών του ατόμου, οδηγούν σε μια κοινωνία πολιτισμικού και πολιτικού πλουραλισμού. Η έννοια της «μαζικής κουλτούρας» αντικαθίσταται, και επικρατεί ο όρος «δημοφιλής κουλτούρα». Το κοινό δεν αποτελεί πλέον μια ομοιογενή μάζα παθητικών δεκτών , αλλά είναι διαφοροποιημένο σε ό,τι αφορά τις προτιμήσεις του. Τα αστικά λαϊκά στρώματα έχουν συμμετοχή στην πολιτισμική ζωή και στην εκπαίδευση. Η συνεχώς αυξανόμενη μεσαία τάξη από τη μια, και η μεγάλη διάδοση που προσφέρουν τα μέσα μαζικής επικοινωνίας από την άλλη, οδηγούν σε μια αναθεωρημένη άποψη για τη μαζική κοινωνία και κουλτούρα.

Η μετάβαση αυτή από μία μεταπολεμική βιομηχανική κοινωνία σε μια μεταβιομηχανική κοινωνία, ονομάστηκε προοδευτικός εξελικτισμός. Η φάση αυτή αναπτύχτηκε μεταξύ του 1950 και 1970 στις Η.Π.Α.. Κύριοι εκφραστές της ήταν ο David Riesman 1950, ο Denial Bell 1962 και o Edward Shills 1972. Τα κύρια χαρακτηριστικά του προοδευτικού εξελικτισμού είναι μία κοινωνία πολικά και πολιτισμικά πλουραλιστική.

Ο Shills χωρίζει την ποιότητα της κουλτούρας σε τρία βασικά επίπεδα με κριτήρια αισθητικά, πνευματικά και ηθικά. α) Την ανώτερη ή εκλεπτυσμένη κουλτούρα, που ασχολείται με διαχρονικές αξίες, και καταναλώνεται από ανθρώπους που ασχολούνται με πνευματικά επαγγέλματα. β) Την μέτρια κουλτούρα που ασχολείται περίπου με τα ίδια όπως η ανώτερη, αλλά με λιγότερη έμφαση, και τα προϊόντα της είναι βραχυπρόθεσμα. Καταναλώνεται κυρίως από την μεσαία τάξη. γ) την βάναυση κουλτούρα που περιλαμβάνει τα στοιχειώδη και περιορίζεται στα παιχνίδια και τα θεάματα. Καταναλώνεται από την εργατική τάξη. Τέλος ο Shills επισημαίνει την συρρίκνωση της ανώτερης κουλτούρας στους λίγους και την διόγκωση της μέτριας και βάναυσης κουλτούρας λόγω της διάδοσης των μέσων μαζικής επικοινωνίας.

Ο Herbert Gans αντικαθιστά τον υποτιμητικό όρο «μαζική κουλτούρα» με τον όρο «δημοφιλής κουλτούρα». Διαχωρίζει την δημοφιλή κουλτούρα σε πέντε διαφορετικές κουλτούρες, που τις αποκαλεί «κουλτούρες γούστου»
[6]. α) Η υψηλή, β) Η υψηλή-μεσαία, γ) Η χαμηλή-μεσαία , δ) Η χαμηλή, και ε) Η δημώδης χαμηλή. Κάθε μια από αυτές μπορεί από μόνη της να θεωρηθεί μια ολόκληρη υποκουλτούρα. Δεν περιορίζεται όμως στον εαυτό της, αλλά παίρνει και στοιχεία μια άλλης κουλτούρας γούστου. Αυτό οφείλεται σύμφωνα με τον Gans, από την κοινωνική τάξη αλλά και το μορφωτικό επίπεδο του καθενός.
Συνοψίζοντας βλέπουμε ότι «το πλουραλιστικό μοντέλο πρότεινε ουσιαστικά μια κοινωνία χωρίς συγκρούσεις ή ανισότητες στα πλαίσια της οποίας ο καθένας καταναλώνει την κουλτούρα που του αξίζει ή που επιλέγει».
[7] Συνεπώς το έργο του Warhol Τιρκουάζ Μαίρυλιν είναι αποδεχτό στα πλαίσια μιας κοινωνίας με ευρεία συναίνεση, αλλά και ποικίλων μορφών κουλτούρας.






















Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ ΤΟΥ Π. ΒΟΥΛΓΑΡΗ

ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ… του Π. ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Ψυχή βαθιά… Απύθμενη… Ερεβώδης… Τυφλή κάποιες φορές που σκοντάφτει πάνω στο πάθος και δεν βλέπει το ξέφωτο που βρίσκεται στο βάθος… Ψυχή του Έλληνα… Γενναία, δυνατή αλλά κοντόφθαλμη… Βορά των συμφερόντων που της φορούν τη μαύρη κορδέλα στα μάτια και πάνω στην τυφλόμυγα πιάνει το αδέρφι της και το κατασπαράζει…
Αυτό είναι το θέμα της νέας ταινίας του Π. Βούλγαρη. Ο εμφύλιος σπαραγμός ανάμεσα στους εθνικόφρονες και τους κομμουνιστές Έλληνες μισό αιώνα περίπου νωρίτερα. Η σελίδα της ντροπής στην ιστορία της Ελλάδας, ποτισμένη σε αίμα αδερφικό… 70.000 ψυχές Ελλήνων χάθηκαν τότε σ’ αυτή την άνευ ουσίας τραγωδία. Όσες δεν χάθηκαν αθροιστικά σε όσους πολέμους έγιναν από τη μικρασιατική καταστροφή ως την έναρξη εκείνου του ασύδοτου και παράλογου αλληλοσπαραγμού.
Ο πυρήνας της ταινίας είναι μια μάνα, η Ζαχαρούλα που μέσα στην λαίλαπα του εμφύλιου πολέμου αναζητά τα παιδιά της, τον Ανέστη και το Βλάση της. Τη βλέπουμε μόνο σε μια στιγμή, ενώ ακούμε συνέχεια τη φωνή της να ψάχνει και να συμβουλεύει τους γιους της. Τον πρώτο, 17 ετών παλικάρι, τον μάζεψε "ο εθνικός στρατός". Το δεύτερο, 14 ετών αμούστακο παιδί, τον στρατολόγησε ο "Δημοκρατικός στρατός" του Ντούλα. Στα βουνά του Γράμμου, τις νύχτες τα δυο παιδιά στην άκρη των στρατοπέδων τους σφυρίζουν σαν τις κουκουβάγιες όπως όταν έπαιζαν μαζί και έτσι επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ο ένας του άλλου. Σπάνια καταφέρνουν να συναντηθούν, να αγκαλιαστούν, να μοιραστούν μια σοκολάτα και την ερώτηση πού να είναι η μάνα. Το σπίτι ντουβάρια σκέτα με κορνίζες που απεικονίζουν μια παλιά ευτυχισμένη εποχή. Το πλιάτσικο εκατέρωθεν δεν έχει αφήσει όρθια ούτε πέτρα. Τα κοπάδια αφανίστηκαν, η γη έμεινε ακαλλιέργητη, τα μαχαίρια και τα ντουφέκια μόνο δουλεύουν ακούραστα.
Η Γιαννούλα, είναι αντάρτισσα. Μια γενναία κοκκινομάλλα που δεν διαφέρει στον πόλεμο από τους άντρες. Κάποια στιγμή όμως σπάζει, παθαίνει «φρίκη» και θυμάται… Θυμάται το ασαράντιστο αγόρι της που της το έλιωσε η αρβύλα ενός ταγματασφαλίτη όταν εισέβαλε στο σπίτι της επειδή ο άντρας της ήταν αριστερός…
Αλλά και ο Καλαματιανός, ένας στρατιώτης όταν αντικρίζει νεκρό στο πεδίο της μάχης ένα κορίτσι απ’ «την αντίπερα όχθη» θυμάται ότι κάθονταν στο ίδιο θρανίο στο σχολείο και ξεσπάει σε κλάματα. «Κι άμα τη σκότωσα εγώ;» μονολογεί.
Και ο ανθυπολογαγός Τριαντάφυλλος επίσης, παρακαλάει τον ταξίαρχο να τον βοηθήσει να σώσει τον αδερφό του Ανέστη, όταν το στρατοδικείο αποφασίζει να ντουφεκιστεί για εσχάτη προδοσία καταδικασμένος τρεις εις θάνατον ο πιτσιρίκος Βλάσης, λέγοντας «είναι μονάχα δεκατεσσάρων χρονών».
Ο Ντούλας, ο αρχηγός των ανταρτών, χαμένος στον παράταιρο κόσμο των οραμάτων. Αφελής αρχηγός που περιμένει τη ρώσικη βοήθεια και στιλβώνει ψυχές με στίχους κι εμβατήρια…
Ο Αμερικανός στρατηγός αντίστοιχα επιπλήττει για ανικανότητα τους δικούς μας αξιωματικούς και στρατιώτες. «Είναι λίγοι οι άλλοι κι εσείς έχετε πολύ περισσότερους ανθρώπους και μέσα. Πρέπει να τους εξοντώσετε». Πού να καταλάβει ότι ο Έλληνας ανήκει στην ειδική εκείνη κατηγορία που οι αριθμητικές δυνάμεις εκμηδενίζονται και οι ψυχικές πολλαπλασιάζονται όπως στο θαύμα του Χριστού με τα δυο ψωμιά και τα πέντε ψάρια…
Στο τέλος, λύση η βόμβα Ναπάλμ. Παγκόσμια πρεμιέρας της χημικής συμφοράς… Δεν ήξερα ότι στον τόπο μας είχε προκληθεί η πρώτη δοκιμή για ό,τι επακολούθησε στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι.
«Όπου πέσει σε ακτίνα τόσων μέτρων, γίνεται κάρβουνο…» Δέντρα, ψυχές, οράματα, ηλίθιες ιδέες, δίκιο και άδικο…. Κάρβουνο…
Στην ταινία σώζεται ο Ανέστης και απ’ την αντίπερα όχθη ένα κορίτσι που κάποτε του χάρισε το χαϊμάλι του σ’ ένδειξη αγάπης. Περπατούν μες στα αποκαϊδια μαζί, πιασμένα χέρι χέρι τα δυο παιδιά.
Αυτό ήταν και το μήνυμα.
Συγκλονιστική ταινία, ρεαλιστική, με δυνατά μηνύματα, αντικειμενική, αληθινό ιστορικό ντοκουμέντο με αποκορύφωση τη φράση του Θανάση Βέγγου : αυτό που συμβαίνει δεν είναι πόλεμος κύριε Ανθυπολοχαγέ. Ντροπή είναι… Πού ακούστηκε Έλληνες να ντουφεκάνε Έλληνες».
«Το εγγόνι σου θα θαφτεί μαζί με τους άλλους και θα του αποδοθούν τιμές».
«Τι να τις κάνω τις τιμές… Απ’ τους πολέμους τίποτε δεν μου έμεινε. Δώσε μου το νεκρό μου εγγόνι να έχω ένα τάφο να πηγαίνω…».
Επιρροές απ’ την Ιλιάδα, απ’ την ποίηση του Ελύτη, και η υποσυνείδητη, δυνατή γραφή της Καρυστιάνη που εγώ τουλάχιστον την ένιωσα στους ελλειπτικούς διαλόγους του έργου, μ’ έκαναν όχι να καταλάβω αλλά να νιώσω στο πετσί μου το μήνυμα… Περιμένω και τις δικές σας εντυπώσεις.

Παρασκευή, 09 Οκτωβρίου 2009

Ψηλά απ' τη Γέφυρα στο θέατρο Βρετάνια

Ο «θάνατος του Εμποράκου» είναι ίσως το έργο του αμερικανού συγγραφέα που καθιέρωσε τον Άρθουρ Μίλερ. Όποιος όμως παρακολουθήσει το «ψηλά απ’ τη γέφυρα» θα διαπιστώσει τόσο ψιλοδουλεμένες τις συναισθηματικές αποχρώσεις των ηρώων που αναμφισβήτητα θα οδηγηθεί σε ποιοτική σύγκριση των δύο έργων. Ιδίως αν έρθει σε επαφή με το συγκεκριμένο έργο στο Θέατρο Βρετάνια υπό τη σκηνοθετική μπαγκέτα του Γρηγόρη Βαλτινού και τον ίδιο στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Έντυ Καρμπόνε, ενώ στο ρόλο του δικηγόρου Αλφιέρι τον καταλυτικό Πέτρο Φυσσούν.
Λάτρης τόσο του Μίλερ που στο εν λόγω έργο ακολουθεί σχεδόν πιστά τα ίχνη μιας αρχαίας τραγωδίας όσο και των δυο ιερών «τεράτων» της ελληνικής θεατρικής σκηνής, καθηλώθηκα από τον τρόπο που ο θεατής συμμετέχει σταδιακά και εντελώς αβίαστα στην ανατροπή της συναισθηματικής ισορροπίας του ήρωα Έντυ Καρμπόνε, ενός έντιμου, φιλήσυχου οικογενειάρχη ο οποίος ζει και εργάζεται κάτω απ’ τη γέφυρα του Μπρούκλιν την περίοδο που στην Ν. Υόρκη συνωστίζονται ορδές ιταλών μεταναστών. Μαζί με τη γυναίκα του μεγαλώνουν την δεκαεπτάχρονη κόρη της νεκρής αδελφής της συζύγου του για την οποία εκδηλώνει μια υπερπροστατευτικότητα που μοιάζει αλλά δεν είναι πατρικό φίλτρο. Και δεν είναι γιατί ο Έντι οδηγείται αργά και σταθερά στα ισόβια δεσμά ενός παράλογου έρωτα. Καταδυναστεύει την ανιψιά του στο όνομα της φροντίδας, αδιαφορεί τη γυναίκα του στο όνομα της ελευθερίας με το πρόσχημα της ελλιπούς εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό του και εν τέλει τυραννά τον ίδιο του τον εαυτό μ’ ένα συναίσθημα από το οποίο ούτε μια στιγμή δεν προσπαθεί να απαλλαγεί, ακολουθώντας το σαν τραγικός ήρωας πιστά και ολοκληρωτικά.
Ο Αλφιέρι, ο δικηγόρος στον οποίο προσφεύγει για να βρει νομική λύση να χωρίσει την νεαρή ανιψιά του από τον αγαπημένο της νεαρό μετανάστη, είναι η φωνή της λογικής για τον Έντι που μάταια πασχίζει να τον επαναφέρει στον ορθολογισμό. "H φύση είναι νόμος... Και κανένας νόμος δεν αντιτίθεται στη φύση. Ο έρωτας της νεαρής με το μετανάστη είναι κάτι εντελώς φυσικό. Και ο νόμος δεν θα τολμούσε ποτέ να καταδυναστεύσει τη φύση..." θα του πει χαρακτηριστικά αλλά μάταια...
Γιατί για άλλη μια φορά, ο έρωτας είναι ασθένεια καταλυτική, καταστροφική και εν προκειμένω, ανίατη... Ο Έντι δεν βλέπει, δεν ακούει, δεν καταλαβαίνει. Ο νους του έχει διαστρεβλώσει το σωστό και το λάθος και ο ίδιος οδεύει με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς το κενό. Προς την κατάρριψη ακόμη και της στοιχειώδους εντιμότητος και λογικής με προπέτασμα μάλιστα επίπλαστα ηθικά επιχειρήματα. Ο Έντυ δεν συναισθάνεται την πτώση του όπως ο ψυχικά ασθενής δεν παραδέχεται ότι χρήζει βοήθειας. Η φωνή της απεγνωσμένης, παραμελημένης συζύγου η οποία ταυτίζεται και υποφέρει με το δράμα του συζύγου, η φωνή του συναισθήματος που τον καλεί να επιστρέψει από τη δίνη στην οποία έχει εμπλακεί, αποδεικνύεται ασθενική. Όταν πια φτάνει να καταδώσει τον εραστή της ανιψιάς του ως λαθρομετανάστη, έχει ρίξει στο τραπέζι του ηθικού ξεπεσμού και το τελευταίο του χαρτί.
Μόνο τότε χρειάζεται μια κάθαρση που δεν είναι άλλη από το θάνατο. Και ο θάνατος χρειάζεται μια πρόφαση, ένα άλλοθι που του το δίνει εντέλει η ίδια του η πράξη. Ο Έντι προκαλεί το θάνατό του με θάρρος. Πληρώνει περήφανα το αντίτιμό του. Και ο θεατής βλέπει στη σκηνή έναν ήρωα ελληνικής τραγωδίας να καθαίρεται μ' ένα τρόπο συγκλονιστικό.
Ο Πέτρος Φυσσούν, έχοντας ερμηνεύσει παλιότερα και τον Έντι Καρμπόνε, αποδεικνύει και στον ρόλο του Αλφιέρι ότι ανήκει στους προνομιούχους εκείνους θιασώτες της υποκριτικής που δεν ερμηνεύουν απλώς ρόλους αλλά αληθινά τους ενσαρκώνουν.
Όσο για το Γρηγόρη Βαλτινό, μετά από το Βιολιστή στη Στέγη, χρόνια πριν, έρχεται με αυτό το έργο να αποδείξει ότι το θέατρο είναι πράγματι μια βιωματική διαδικασία κάθαρσης για την επίτευξη της οποίας επιβάλλεται να συγκλονιστεί πρώτος ο ηθοποιός από το μεγαλείο του πάθους.
Καταλυτική η σκηνή του τέλους όπου ο Έντυ προκαλεί το θάνατο που γι’ αυτόν είναι η μόνη λύτρωση, όπως και καταλυτική η υπεράσπιση του Έντυ από την παραμελημένη του σύζυγο (την εξαιρετική Μαρίνα Ψάλτη) η οποία κατανοεί και συμπάσχει με το δράμα του Έντυ.
Η πεμπτουσία ωστόσο της παράστασης μέσω της συγκλονιστικής φωνής του Πέτρου Φυσσούν ως Αλφιέρι είναι ότι ο Έντυ παρά το ανάλγητο πάθος του μας γίνεται συμπαθής επειδή ακριβώς ανήκει στους ελάχιστους εκείνους θνητούς που έχουν το σθένος να δείξουν γυμνή την ψυχή τους...