Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΑΠΌ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ



Ι dwell in Possibility
A fairer than Prose,
More numerous of Windows,
Superior for doors

Of Chambers, as the Cedars
Impregnable of eye
And for everlasting Roof
The Gambrels of the sky

Of visitors-the fairest
For occupation-This-
The spreading wide my narrow hands
To gather Paradise

EMILY DICKINSON


1. Εισαγωγή
Τεχνολογία και λογοτεχνία


O όρος «εικονικός» προσφέρει μια σχεδόν επιστημονικής φαντασίας αύρα στα παράγωγα ενός πολιτισμού που εκκολάπτει κάτι θεμελιωδώς καινούργιο στη στροφή της 2ης χιλιετίας (Ryan, 2003, p.26). Η νεωτερικότητα που εισήχθη στη ζωή των ανθρώπων του 21ου αιώνα, είναι η δυνατότητα του «εικονικού βιώματος», χάρη στις νέες τεχνολογίες, κάτι το οποίο, με τον δικό της τρόπο, προσφέρει αιώνες τώρα η λογοτεχνία μέσω της αφήγησης και της διαδικασίας της ταύτισης με την ιστορία και τους ήρωες του λογοτεχνικού έργου (Λαλαγιάννη, 2005, Moi, 2011).
Ένα παράγωγο των νέων τεχνολογιών που συντείνει σε αυτή την επιδίωξη, είναι το ηλεκτρονικό βιβλίο είτε με την εκπαιδευτική είτε με τη λογοτεχνική του υπόσταση. Μπορεί η ανακάλυψη της τυπογραφίας να αποτέλεσε επανάσταση στο πεδίο του γραπτού λόγου (Aldis, 1916), όμως σήμερα, χάρη στις ΝΤ η δημιουργία «άυλων» βιβλίων, δηλαδή βιβλίων ψηφιακής μορφής (e-books), ανοίγουν νέους ορίζοντες εκπαίδευσης λογοτεχνικού στοχασμού και δημιουργίας (Γιακουμάτου, 2002).
Ενώ ως e-book στη λογοτεχνία αρχικά νοείτω η ψηφιακή έκδοση έντυπου λογοτεχνικού βιβλίου (pdf), η διασταύρωση της τεχνολογίας με τη λογοτεχνία πρόσφερε ένα νέο λογοτεχνικό είδος που, είτε ξεκινά με έντυπη μορφή και συνεχίζεται με ψηφιακή και με αλληλεπίδραση δημιουργού και αναγνώστη (interactive) (π.χ. Esklinen, Interface, 1997), είτε αποτελεί παράγωγο υπερκειμενικής λογοτεχνίας (hyperlink) με τη χρήση των multimedia (Joyce, 1987, Afternoon. A story) (Nelson, 1992. Ruddle, Howes, Payne et al, 2000. Γιακουμάτου & ΝικολαΪδου, 2002. Ryan, 2003) που ανταποκρίνεται στις λογοτεχνικές ανάγκες του εθισμένου να αλλάζει τηλεοπτικά κανάλια ανθρώπου (Postman, 1985. Ηirschman, 1998. Νικολαϊδου, 2008).
Παρά την κινδυνολογία που αναπτύσσεται για το ηλεκτρονικό βιβλίο (Κernan, 2001, Γιακουμάτου & Νικολαϊδου, 2002. Philips & Cope, 2006), πολλοί υποστηρίζουν ότι «βιβλίο είναι αυτό που ένα βιβλίο κάνει» (Philips & Cope, 2006 p.7) και ότι το ηλεκτρονικό βιβλίο είναι περισσότερο μια άλλη εκδοχή του χάρτινου βιβλίου παρά ένα υποκατάστατό του (Rosenberg, 1998. Chen, 2003. Ryan, 2003. Caimey, 2011), αλλάζοντας ωστόσο τη γνώριμη υπόσταση του βιβλίου από αντι-κείμενο σε απλό ψηφιακό κείμενο ή υπερκείμενο.
Στην εργασία αυτή θα αναζητήσουμε τις μεταβλητές εκείνες που οδηγούν σε επαναπροσδιορισμό του οικονομικού status της βιβλιαγοράς με την εμφάνιση του e-book και των σχέσεων αλληλεπίδρασης των «εμπλεκομένων» συγγραφέων, εκδοτών και αναγνωστικού κοινού στην αγορά του λογοτεχνικού βιβλίου.



2. Η λογοτεχνία ως «προϊόν»στην ψηφιακή εποχή.


Από τη δεκαετία του 1980 παρατηρείται μια κατακόρυφη αύξηση της λογοτεχνικής παραγωγής παγκοσμίως η οποία συνδέεται άμεσα με τη ραγδαία εξάπλωση της χρήσης της πληροφορικής και της πρόσβασης στις νέες τεχνολογίες (Brown, 2001), καθώς οι δημιουργοί γράφουν πολύ ταχύτερα διαπιστώνοντας ότι το γράψιμο με υπολογιστή προλαμβάνει την ταχύτητα της σκέψης (Kettrnan, 2000).
Κατά συνέπεια, δημιουργήθηκε μια τεράστια παραγωγή λογοτεχνικών έργων τα οποία μπορεί να μην απολαμβάνουν στο σύνολό τους την αποδοχή της επίσημης κριτικής, όμως ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα της επιλογής, «της λογοτεχνίας που του ταιριάζει» (Τσαπέρα, 2007), σύμφωνα με την προσωπική του κουλτούρα, το φύλο, τη διάθεση, τις εμπειρίες κλπ και, χάρη στην υπερκειμενική «θεαματική» εκδοχή λογοτεχνίας, μπορεί να βιώνει το αίσθημα της συμμετοχικότητας στη δημιουργική διαδικασία, γεγονός που ανοίγει νέους ορίζοντες στη διαδικτυακή προώθηση ενός προϊόντος (Strangelove, 2005).
Αυτή η δυνατότητα καθιστά πλέον τον αναγνώστη, «καταναλωτή λογοτεχνίας», και η λογοτεχνία ανάγεται σε καταναλωτικό «προϊόν», που αποκτά προδιαγραφές σύμφωνα με τη ζήτηση, διασαλεύοντας την δυαδική σχέση έργου και δημιουργού (Rietveld, 1994) Ο συγγραφέας συχνά λειτουργεί ως συστηματικός παραγωγός προϊόντος, οι εκδότες δρουν ως «χονδρέμποροι-μεσάζοντες», οι βιβλιοπώλες ως διαχειριστές του λιανικού εμπορίου έντυπου ή ψηφιακού λογοτεχνικού βιβλίου, ενώ οι εταιρείες παραγωγής επεξεργαστών υπερκειμένων, λογισμικού ασφαλείας των ηλεκτρονικών βιβλίων από την ηλεκτρονική πειρατεία και ηλεκτρικών συσκευών ανάγνωσης e-book (e-readers), αναπτύσσουν έντονο ανταγωνισμό σε ποιότητα και τιμές (Hirschman, 1998).
Η βιβλιαγορά λογοτεχνίας επομένως, έγινε ιδιαιτέρως ανταγωνιστική, αποκτώντας τα χαρακτηριστικά του φιλελεύθερου καπιταλιστικού συστήματος και ακολουθώντας όλες τις αρχές της προσφοράς και της ζήτησης. Συγγραφείς, εκδότες και βιβλιοπώλες αφουγκράζονται τις επιθυμίες του αναγνώστη-καταναλωτή προσπαθώντας να προσφέρουν όσο γίνεται πιο «ελκυστικό» προϊόν, ακολουθώντας τις στρατηγικές του σύγχρονου management και τις αρχές του ηλεκτρονικού εμπορίου και της ηλεκτρονικής επιχειρηματικότητας (Φραντζή, 2002). Η ταχύτητα παραγωγής λογοτεχνίας επομένως, τείνει να ακολουθεί την ταχύτητα της ζήτησης χάρη στις ΝΤ, με επικρατέστερα παραγώμενα είδη λογοτεχνίας εκείνα που έχουν τη μεγαλύτερη απήχηση στη μάζα, ενώ το ηλεκτρονικό βιβλίο δίνει νέες διαστάσεις τόσο στην έννοια της λογοτεχνίας και της εκπαίδευσης όσο και στις έννοιες του βιβλιοπωλείου (Φραντζή, 2002), του e-επιχειρείν και της βιβλιοθήκης (Τσιμπόγλου, 2008).
.













3. Το οικονομικό «προφίλ» της αγοράς ηλεκτρονικού λογοτεχνικού βιβλίου.


Η παράλληλη παρουσία ηλεκτρονικού και έντυπου βιβλίου δημιουργεί προς το παρόν μια νεφελώδη κατάσταση στο χώρο της λογοτεχνίας και δυσχεραίνει τις προβλέψεις για τη δυναμική επικράτησης του ηλεκτρονικού βιβλίου καθώς βρισκόμαστε στο μεταίχμιο μιας νέας εποχής. Ωστόσο, το γεγονός ότι το 2010 υπήρξε στην Αμερική αισθητή μείωση των πωλήσεων του έντυπου βιβλίου με ανάλογη αύξηση των πωλήσεων του ηλεκτρονικού στις χώρες της Ευρώπης που συνεχίζουν να εμμένουν στο έντυπο βιβλίο, και παράλληλα οι αποδεδειγμένες ερευνητικά διαφορές στο βαθμό διάδοσης των e-books ανάμεσα στις αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες αλλά και ανάμεσα στα άτομα της ίδιας κοινωνίας, είναι επαρκή στοιχεία για να κατανοήσουμε ότι «στις αναπτυσσόμενες χώρες δεν θα πρέπει να υιοθετηθούν απευθείας τα μοντέλα των δυτικών χωρών αλλά πρέπει να δημιουργηθεί το ειδικό πλαίσιο πάνω στο οποίο θα στηριχτεί η δυναμική της τοπικής αγοράς για το ηλεκτρονικό βιβλίο» (Kulesz, 2010). Η εμφάνιση του e-book αποτελεί απειλή για τους κλάδους που δραστηριοποιούνται στο έντυπο βιβλίο (τυπογραφικά επαγγέλματα) ωστόσο ανοίγει νέους οικονομικούς ορίζοντες ανάλογα με τις αντιδράσεις των μεταβλητών που καθορίζουν την αγορά του ηλεκτρονικού βιβλίου. Και συγκεκριμένα:

Α. Το αναγνωστικό κοινό:
Αποτελεί την κυριότερη μεταβλητή καθώς είναι ο καταναλωτής του προϊόντος. Πέρα από τις αυτονόητες προϋποθέσεις του γραμματικού αλφαβητισμού και της φιλαναγνωσίας, απαιτείται ψηφιακός αλφαβητισμός (Kling, 1998. Μarginson, 1999. Νοrris, 2002) ως θεμελιώδης παράγοντας για την ενασχόληση με το e-book και την ηλεκτρονική λογοτεχνία. Η μακροχρόνια ζήτηση βιβλίων λογοτεχνίας επηρεάζεται επίσης από τον ελεύθερο χρόνο και τις εναλλακτικές που έχει στη διάθεσή του ο αναγνώστης για να διαβάσει λογοτεχνία, ενώ η βραχυχρόνια ζήτηση για βιβλία εξαρτάται από την οικονομική κατάσταση, ατομική και κοινωνική, την τιμή των βιβλίων και την έκδοση ειδών βιβλίων, σύμφωνα με τη ζήτηση της αγοράς (Hjorth-Andersen, 2000).
Συνεπώς, η φτηνότερη τιμή του e-book έναντι του ηλεκτρονικού δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας προς το παρόν για προσφορά αντίστοιχα φτηνής γνώσης και λογοτεχνικής κουλτούρας λόγω ατομικών και κοινωνικών παραγόντων. Ενδεικτικά, οι Έλληνες αναγνώστες βρίσκονται ακόμη μακριά από την ψηφιακή ανάγνωση καθώς το 42,7% δεν διαβάζει βιβλία, ενώ μόνο το 8,8% του πληθυσμού δηλώνουν «βιβλιοφάγοι» (κυρίως γυναίκες). Οι υπόλοιποι είναι βιβλιόφιλοι νέοι 18-34 ετών και περιστασιακοί αναγνώστες (Τσουρβάκας, 2007). Το ότι σε ολόκληρη την Ευρώπη οι γυναίκες αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στο βιβλίο (Εurostat 2004, Τσουρβάκας, 2007) και το ότι στην Αμερική χρησιμοποιούν περισσότερους e-readers, στοιχεία αξιοποιήσιμα από τους εμπλεκομένους στη διαδικασία παραγωγής e-books λογοτεχνίας.
Η σαφώς χαμηλότερη τιμή του ηλεκτρονικού βιβλίου αποτελεί προτέρημα για όσους δύνανται να το χρησιμοποιήσουν, ιδίως όταν επιλυθεί το ζήτημα του υψηλού ακόμη κόστους των ηλεκτρονικών συσκευών ανάγνωσης (e-readers). Ωστόσο, η απόρριψη του e-book από τον αναγνώστη λογοτεχνίας προσκρούει συχνά στην παραδοσιακή αναγνωστική κουλτούρα λογοτεχνίας (O’Donell, 2010, Jones, 2011).
Όσοι έχουν βέβαια πρόσβαση στα e-books,απολαμβάνουν τα οφέλη της τεχνολογίας DRM που διασφαλίζει την ανάγνωση μόνο στον αγοραστή του προϊόντος, διαφυλάσσοντας έτσι τα πνευματικά και εκδοτικά δικαιώματα από την ηλεκτρονική πειρατεία1.(Lang at al, 2009). Η ανάπτυξη συστημάτων ασφαλείας (ψηφιακή υπογραφή, κρυπτογράφηση, τεχνολογίες ασφάλειας πληροφοριών) (Ράπτης & Κυρκούδης, 1998) για την καταπολέμηση της πειρατείας και τη διασφάλιση των έργων και των πνευματικών δικαιωμάτων συγγραφέων και εκδοτών δεν έχει καταφέρει ακόμη να πείσει το κοινό να εμπιστευτεί το ηλεκτρονικό βιβλίο. Βέβαια, πέρα από τους ψυχολογικούς παράγοντες που οδηγούν στην πειρατεία (Ηil, 2007) μία από τις βασικότερες αιτίες της πειρατείας είναι το υψηλό κόστος των e-readers και θα ήταν σκόπιμο να επιδιωχθεί η μείωση του κόστους παραγωγής των e-readers και η μείωση των τιμών αντί να δαπανώνται υπέρογκα ποσά στη σχετική έρευνα, καθώς τα συστήματα DRM δημιουργούν αρκετούς προβληματισμούς, όπως η αδυναμία μεταφοράς δεδομένων σε άλλον e-reader και η αδυναμί δανεισμού e-book πέρα από το χρήστη (Griflley, 2010), ιδίως σε περιόδους λιτότητας.
Οι προωθητικές στρατηγικές των εκδοτικών οίκων επίσης, συμβάλλουν στην ενίσχυση του προφίλ του e-book στη συνείδηση των αναγνωστών (http://www. londonbookfair.co.uk) όμως, η δυσπιστία για τις οn line αγορές και η αναγκαιότητα χρήσης πλαστικού χρήματος, αποτελούν, τροχοπέδη για όσους δεν χρησιμοποιούν πιστωτικές κάρτες (νέοους και φοιτητές οι οποίοι είναι κυρίως οι αναγνώστες ηλεκτρονικών λογοτεχνικών βιβλίων (http://alliance-lab.org).
Από τα ανωτέρω, συνάγεται ότι η πρόσβαση στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό βιβλίο είναι ακόμη σε πρώιμο στάδιο για την πλειοψηφία του πληθυσμού. Τη στιγμή που η ηλεκτρονική λογοτεχνία εγκαινιάζει μια νέα εποχή μετατρέποντας την αφήγηση σε θέαμα (Wood, 2002), το ψηφιακό χάσμα δεν επιτρέπει σε πολλούς να καρπωθούν τα οφέλη της.

Β. Οι εκδότες
«Αν απέδειξε κάτι η ψηφιακή επανάσταση είναι η ελαχιστοποίηση του ρόλου των μεσαζόντων σε όλο το φάσμα της οικονομίας ... συγγραφείς, καλλιτέχνες κ.λπ. (που μπορούν πλέον να εκδίδουν μόνοι, ηλεκτρονικά τα έργα τους) ο ρόλος των μεσαζόντων συρρικνώνεται με ταχύτατους ρυθμούς» (Μανδραβέλης, 2000 σ. 604).
Η δομή της αγοράς του βιβλίου είναι μονοπωλιακού ανταγωνισμού, με χαμηλό βαθμό συγκέντρωσης ιδιοκτησίας εκδοτικών οίκων και μεριδίων αγοράς (Greco, 2000). Η αντιμονοπωλιακή Ευρώπη επιμένει ακόμη στο τυπωμένο βιβλίο, χωρίς να αρνείται να ενταχθεί στη νέα εποχή. Ωστόσο αρκετοί οπτιμιστές υποστηρίζουν ότι οι εκδότες έχουν νέες ευκαιρίες χάρη στις ΝΤ προσέλκυσης και αύξησης του αναγνωστικού κοινού (Shaver & Shaver, 2003, Ziv, 2002).
Πάντως, βασικές ανησυχίες των εκδοτών από την ανάπτυξη του ηλεκτρονικού βιβλίου είναι η ηλεκτρονική πειρατεία και η δυνατότητα των συγγραφέων να εκδίδουν μόνοι τα έργα τους στο Διαδίκτυο χωρίς τη διαμεσολάβηση της εκδοτικής μηχανής. Σε αυτή την περίπτωση οι εκδότες πιθανόν να δραστηριοποιηθούν στο χώρο του ηλεκτρονικού βιβλιοπωλείου (Φραντζή, 2002) ή να μετατραπούν σε μάνατζερ συγγραφέων (Βide, 2011).
Η διαφορά της απήχησης του e-book στις αναπτυσσόμενες και αναπτυγμένες χώρες, οδηγεί και σε διαφορετική εκδοτική δραστηριότητα. Στις αναπτυσσόμενες χώρες οι εκδότες εμφανίζονται πιο συγκρατημένοι, αναπτύσσοντας παράλληλη δραστηριότητα στο e-book, εν αντιθέσει με τους εκδότες των αναπτυγμένων χωρών που αποτολμούν και αποκλειστικά ηλεκτρονική εκδοτική δραστηριότητα (π.χ. Αmazon). Επομένως, η ίδια οικονομική μεθοδολογία δεν μπορεί να εφαρμοστεί για την ανάπτυξη του e-book σε αναπτυσσόμενες και αναπτυγμένες χώρες Jul 21, 2011, (http://www.publishersweekly.com).
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το ηλεκτρονικό βιβλίο συντελεί στη δραστηριοποίηση μικρών εκδοτικών οίκων οι οποίοι απαλλαγμένοι από την πίεση του υψηλού κόστους παραγωγής, δύνανται να εκδώσουν υψηλού επιπέδου λογοτεχνικά δημιουργήματα ανεξαρτήτως ευπωλητότητος (Cope & Phillips, 2006).
Ωστόσο, η ανάπτυξη νέων στρατηγικών προβολής και προώθησης του e-book, η προσφορά «ελκυστικού» προϊόντος σε συνεργασία με τις βιομηχανίες παραγωγής «θεαματικού λογισμικού δημιουργίας ηλεκτρονικής λογοτεχνίας» και η προσέλκυση συγγραφέων πρόθυμων να εκδοθούν μόνο ηλεκτρονικά, αποτελούν καίριες στρατηγικές των εκδοτικών επιχειρήσεων (Γιακουμάτου, 2006, http://www.netschoolbook.gr)
Παρά την αισιοδοξία ωστόσο, η παράλληλη δραστηριοποίηση στις αναπτυσσόμενες χώρες στο έντυπο και στο ηλεκτρονικό βιβλίο συνεπάγεται πρόσθετη επιβάρυνση για τους εκδότες σε εξειδικευμένο, άρα ακριβό ανθρώπινο δυναμικό και υποδομές και δικαιολογεί την επιφύλαξή τους για αποκλειστικά ηλεκτρονικές εκδόσεις (Γιακουμάτου, 2006). Aκόμη πιο φειδωλοί και επιφυλακτικοί είναι στην τοποθέτηση κεφαλαίων την υπερκειμενική λογοτεχνία εν αντιθέσει με τις εκδοτικές επιχειρήσεις των αναπτυγμένων χωρών όπου ήδη τολμούν το επόμενο βήμα, προτιμώντας προς το παρόν την ενασχόληση με τη λογοτεχνία που υποδεικνύει η λαϊκή κουλτούρα (Rietveld, 1994).


Γ. Οι συγγραφείς

Ο συνδυασμός του δημιουργικού και επιχειρηματικού προφίλ των σύγχρονων συγγραφέων καθώς κάποια είδη λογοτεχνίας που απευθύνονται στη λαϊκή κουλτούρα έχουν αναδειχτεί σε πηγές κερδοφορίας, οδηγεί σε πληθώρα προβληματισμών. Η δυνατότητα παραγωγής υπερκειμενικής λογοτεχνίας ανοίγει νέους εκφραστικούς δρόμους, όμως προκαλεί και προβληματισμούς για τα κέρδη του δημιουργού, καθώς η χρήση πολυμέσων επιβάλλει συνεργασίες που «μοιράζουν την πίτα» των απολαβών από πνευματικά δικαιώματα, δύνανται να αυξήσουν τις τιμές των e-book διαδραστικής, «θεαματικής» λογοτεχνίας. (Γιακουμάτου, 2002, Bolter, 2006) και να διασαλεύσουν την ισορροπία της σχέσης εκδότη – συγγραφέα και την αλυσίδα αξιών (Philipe & Cope, 2006).
Ο καθορισμός των ποσοστών των συγγραφέων επί των τιμών πώλησης των e-books, με δεδομένο ότι η παραγωγή του βιβλίου-προϊόντος για τον «παραγωγό-συγγραφέα» έχει το ίδιο κόστος με οποιαδήποτε μορφή κι αν περιβληθεί, είναι καίριας σημασίας. Η διάθεση των εκδοτών να διατηρήσουν υψηλά κέρδη και στην ηλεκτρονική αγορά βιβλίου, προκαλεί κλυδωνισμούς στην οικονομική ισορροπία εκδοτών-συγγραφέων δεδομένης και της δυνατότητας των δεύτερων να αυτοεκδίδονται στο διαδίκτυο2. (Philipe & Cope, 2006). Η δραστηριοποίηση του συγγραφέα ως εκδότη του έργου του στο διαδίκτυο είναι ένα μεγάλο ζήτημα για εκδότες και συγγραφείς καθώς προς το παρόν, όσοι άσημοι ή επίδοξοι συγγραφείς δοκιμάζουν την τύχη τους αυτοεκδιδόμενοι στο διαδίκτυο, χάνονται στην πλειοψηφία τους μέσα στην ανωνυμία και στο χάος των ιστοτόπων, καθώς το κοινό αναζητά στοχευμένα e-books γνωστών συγγραφέων3..
Ο εκδημοκρατισμός του διαδικτύου και η δυνατότητα διατύπωσης άποψης οποιουδήποτε για ένα λογοτεχνικό έργο, ανώνυμα συνήθως, δύναται να διαμορφώσει αρνητική «κοινή γνώμη» για ένα έργο, δυσφημώντας το (Γιακουμάτου, 2002) με συνακόλουθες τις αρνητικές επιπτώσεις για τις εισπράξεις συγγραφέων και εκδοτών από αυτό.
Τέλος, η σύσταση ειδικών οργανισμών για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας και η επιβολή αυστηρών ποινών στους παραβάτες θα συνέβαλε ώστε ο δημιουργός να μη διστάζει να εκδοθεί διαδικτυακά, Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώνει νέα στρατηγική για τον εκσυγχρονισμό του δικαίου για την πνευματική ιδιοκτησία στην Ενιαία Αγορά, με στόχους την πρόταση οδηγίας για τα «ορφανά έργα», νέο κανονισμό για τα τελωνειακά μέτρα και τη δημιουργία Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για την πειρατεία (http://www. http://eur-lex.europa.eu, http://web.opi.gr).


4. Συμπεράσματα


H αγορά του e-book είναι αχαρτογράφητη, και δεν έχουν διαφανεί οι κανόνες που τη διέπουν ούτε οι οικονομικοί μετασχηματισμοί που θα συντελεστούν (εξέλιξη συγγραφέων σε αυτο-εκδότες, μεταλλαγή εκδοτών σε ιδιοκτήτες ηλεκτρονικών βιβλιοπωλείων κλπ). Ως προς την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων, η πολιτική και επιστημονική μέριμνα πρέπει να περιστραφεί γύρω από τους ακόλουθους άξονες: i) Δικαιώματα χρήστη ως καταναλωτή ii) Δικαιώματα χρήστη ως υποκειμένου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα iii) Συνταγματικό δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης iv) Δυνατότητα ελέγχου καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (Bαγενά, 2001, σ. 13).
Ο αναγνώστης αντιμετωπίζεται ως καταναλωτής στον οποίο πρέπει να παρέχεται: α) αίσθημα συμμετοχικότητας στις διαδικασίες και δράσεις του βιβλίου β) το δέλεαρ του θεάματος και άλλες υπηρεσίες πέραν της αναγνωστικής εμπειρίας και γ) δικαίωμα γνώμης που διαμορφώνει εντέλει την προσφορά και τη ζήτηση της αγοράς.
Συγγραφείς και εκδότες προς το παρόν είναι διασπασμένοι σε όσους δηλώνουν «εραστές της γραφής» και της τυπογραφίας και σε όσους ακολουθούν την ψηφιακή οδό, λαμβάνοντας υπόψη τους την απήχηση του e-book και τα οφέλη της νέας πραγματικότητας. Ο νομοθετικός καθορισμός των κερδών συγγραφέων και εκδοτών θα διασφαλίσει την αναγκαία ισορροπία συμφερόντων (Βαγενά, 2001).
Η χαμηλή τιμή του e-book λόγω του μειωμένου κόστους που συνεπάγεται και οικολογικό όφελος από την μη χρήση χαρτιού, απειλεί μακροπρόθεσμα τo έντυπο βιβλίο και τις συναφείς επιχειρήσεις, (τυπογραφία, φυσικό βιβλιοπωλείο και απορρέοντα επαγγέλματα) επιβάλλοντας την προσαρμογή τους στα νέα δεδομένα. Η μείωση των τιμών των e-readers θα συμβάλλει καθοριστικά στην προσέλκυση του κοινού, όπως και η ανάπτυξη προωθητικών στρατηγικών, παράλληλα με την αντιμετώπιση της πειρατείας και του ψηφιακού αναλφαβητισμού.
Η υπερκειμενική λογοτεχνία συμβάλλει στην ενίσχυση της δημοκρατικότητας στο διαδίκτυο αλλά θέτει σε νέες βάσεις την έννοια του δημιουργού και της λογοτεχνίας. Η αυθόρμητη και αστήρικτη αρνητική κριτική των «καταναλωτών-αναγνωστών» λειτουργεί ανασταλτικά για τις πωλήσεις. Η «θεαματική» λογοτεχνία, θα είναι πιο δαπανηρή αφού απαιτεί όχι άτομο-δημιουργός αλλά «δημιουργική ομάδα».
Οι συγγραφείς δύνανται μακροπρόθεσμα να μεταλλαχτούν σε «επιχειρηματίες» διάθεσης των «προϊόντων» τους δίχως διαμεσολαβητές, προκαλώντας την διασάλευση της αλυσίδας αξιών ενώ η εκδοτική επιχείρηση αναγκαία θα αναμορφωθεί σε νέες επιχειρηματικές δομές Οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, θα συμβάλουν καθοριστικά στην εξοικείωση των αναγνωστών με το e-book. Η συνέχιση ή μη της εξάρτησης του αναγνώστη από το «αντικείμενο» βιβλίο λογοτεχνίας και όχι μόνο από το λογοτεχνικό κείμενο, είναι ένα ερώτημα που θα απαντηθεί τα προσεχή έτη, καθώς βρισκόμαστε στο μεταίχμιο μιας νέας εποχής.


Βιβλιογραφία
Ελληνική βιβλιογραφία:

• Βαγενά, Ε. (2011). Τεχνολογική προστασία & ψηφιακή διαχείριση του βιβλίου, EKEBI, σ.13

• Γιακουμάτου, Τ. & ΝικολαΪδου Σ. ( 2001). Διαδίκτυο και Διδασκαλία, Αθήνα, Κέδρος, σσ. 283-284

• Γιακουμάτου Τ. & ΝικολαΪδου Σ. (2002). H λογοτεχνία μπροστά στην πρόκληση του Διαδικτύου. Μια μελέτη της αναγνωστικής συμπεριφοράς του κοινού απέναντι σε ένα λογοτεχνικό υπερκείμενο, Ανακοίνωση στο Γ΄Πανελλήνιο συνέδριο "Η λογοτεχνία σήμερα: όψεις, αναθεωρήσεις, προοπτικές " Αθήνα 29-30/11/2002

• Γιακουμάτου Τ. (2002). Η λογοτεχνία μεταναστεύει στο Διαδίκτυο: ανοικτά ερωτήματα και νέα δεδομένα. Εισήγηση στο στο 3ο Πανελλήνιο συνέδριο με διεθνή συμμετοχή «Οι τεχνολογίες της Πληροφορίας και της επικοινωνίας στην εκπαίδευση» Παν. Αιγαίου, Ρόδος.

• Δεσπούδη, Σ. (2009). Το ηλεκτρονικό εμπόριο, TEI Kozάνης, pp. 9-10 & 29-34.

• Μανδραβέλης, Π. (2000). “Κερδίζουν έδαφος οι ηλεκτρονικές εκδόσεις βιβλίων”,‘Mathisis – Greek Internet Forum’’, www.mathisis.com από το Garivaldis, I. (2007). Ελληνόγλωσση Υπερλογοτεχνία της Διασποράς / Hyper-Literature of the Greek Diaspora. In E. Close, M. Tsianikas and G. Couvalis (eds.) "Greek Research in Australia: Proceedings of the Sixth Biennial International Conference of Greek Studies, Flinders University June 2005", Flinders University Department of Languages - Modern Greek: Adelaide, 601-612.Archived at Flinders University: dspace.flinders.edu.auΠ. pp.604

• Νικολαϊδου, Σ. (2008). Η διδασκαλία της Λογοτεχνίας με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, Επιμορφωτικό υλικό για την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών – Τεύχος 3 (κλάδος ΠΕ02) ΕΑ/ΤΥ-Τομέας Επιμόρφωσης και Κατάρτισης σ. 99.

• Ράπτης, Π. & Κυρκούδης,, Θ. (1998), Ταυτότητα ψηφιακών αντικειμένων σε πληροφοριακά δίκτυα, 7o Πανελλήνιο Συνέδριο ΑκαδημαΪκών Βιβλιοθηκών, pp. 298-307 (http://eprints.rclis. org/handle/10760/9802)

• Τσαπέρα, Χ. (2007). Θεωρία & Συμπεριφορά Καταναλωτή:Μια διερεύνηση απέναντι στην διαφήμιση & στο ηλεκτρονικό εμπόριο. Δικαιώματα & προστασία του καταναλωτή.ση απέναντι στην διαφήμιση & στο ηλεκτρονικό εμπόριο.Δικαιώματα & προστασία του καταναλωτή, Πανεπιστήμιο Πατρών, σσ. 59-68 (http://openarchives.gr/contributor/17024)

• Τσιμπόγλου, Φ. (2006). “Αξιοποιώντας τις ιδιότητες της ψηφιακής πληροφορίας σε συστήματα ηλεκτρονικής μάθησης. Ο ρόλος της Ακαδημαϊκής Βιβλιοθήκης”. Open Education τομ. 2, τεύχ. 3, σελ. 10-11.

• Τσουρβάκας, Γ. (2007). Αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα. Βιβλιοφάγοι και αδιάβαστοι, Marketing Week, επιμέλεια Χαρ. Νικόπουλου, τεύχος 1140, σς. 80-82.

• Φραντζή, Μ. (2002), Ηλεκτρονικό Βιβλιοπωλείο. Βιβλιοθήκη & Υπηρεσία πληροφόρησης, Πανεπιστήμιο Πατρών



Ξενόγλωσση Βιβλιογραφία

• Aldis, G. H. (1916). The Printed Book, M.A. Cambridge, University Press, pp. 1-16

• Bide, M. (1999), Publishing Research Quarterly, Volume 15, Number 3, Managing rights: The core of every future publishing business? Pages 3-5, (http://www.springerlink.com/ content/905t3t9t5208n146)

• Bolter, J.d. (2006), Oι μεταμορφώσεις της γραφής. Υπολογιστές, υπερκείμενο και μεταμορφώσεις της τυπογραφίας,, μετάφραση: Ντούνιας Δ., Μεταίχμιο, κεφάλαιο: «η κριτική θεωρία σε ένα νέο χώρο γραφής», pp. 223-257
• Brown, J.G. (2001) “Beyond print: reading digital", Library Hi Tech, Vol. 19 Iss: 4, pp. 390 – 399
• Cairney, H.T (2011). The Place of Literature in an Increasingly Virtual World Published online: 26 April 2011 _ Springer Science+Business Media, LLC 2011 pp. 113-125
• Chen, Y. (2011) Application and development of electronic books in an e-Gutenberg age. Online Inform Rev 2003;27(1):8–16 Volume 15, Number 3, 69-83, DOI: 10.1007/s12109-999-0013-3 Volume 27, Number 4 / December 2011

• Cope, B. & Phillips, A. (eds) (2006) The Future of the Book in the Digital Age. Oxford: Chandos Publishing. pp. 7& 20

• Greco, A. (2000). Market concentration levels in the U.S. consumer book industry: 1995-1996. Journal of Cultural Economics, volume 24, pp. 321-336.

• Griffey, J. (2010) Electronic book readers. Library Technol Rep. 2010;46(3):7–19, 2, (http://www.springerlink.com/ content/815l71g801370q2u/fulltext.pdf)

• Grusin, R. (1994), What is an electronic author? Theory and the technological Fallacy Configurations, 3, pp 74-9.

• Hil, C. W. L. 2007). “Digital piracy: Causes, consequences, and strategic responses”, Asia Pacific Journal Of Management, Volume 24, Number 1, pp. 9-14
• Hirschman, C.E. (1998). Consumption markets and Culture: VOLUME 2, ISSUE 3, When expert consumers interpret textual products: Applying reader‐response theory to television programs pp. 259-309

• Hjorth-Andersen, C. (2000). A model of the Danish Book Market, Journal of Cultural Economics, 24, pp. 27-33.

• Houghton, J. (2000). Economics of Scholarly Communication, A Discussion paper, Victoria University (http://www.anu/caul.edu.au/caul.cisc/EconomicScholarlyCommunication)

• Joyce, M. (1987), Afternoon , a story. Computer disc. Cambridge, Mass.: Eastgate Press.

• Kettman, S. (2000). "Pen Is Mightier than the Net", Wired News 7.2.00. http://wn-1.wired.com/news/culture/0,1284,34152,00.html

• Kling, R. (1998). Technological and Social Access on Computing, Information and Communication Technologies, White Paper for Presidential Advisory Committee Επιθεώρηση Ελληνικής Ακαδημίας Διοίκησης ΕπιχειρήσεωνΤόμος 4, Αριθμός 3/4, σελ. 59-72, 2006

• Lalagianni, V.,( 2005). Γυναίκα, ανάγνωση και μυθιστόρημα. Αναγνώστριες και αναγνώσεις του έργου της Γ. Σάνδη στην Ελλάδα του XIX αιώνα. In E. Close, M. Tsianikas and G. Frazis (eds.) "Greek Research in Australia: Proceedings of the Biennial International Conference of Greek Studies, Flinders University April 2003", Flinders University Department of Languages - Modern Greek: Adelaide, 615-640.

• Lang, R.K., Shang, D.R., Zicklin R.V. (2009) The Effect of Piracy on Markets for Consumer Transmutation Rights School of Business Baruch College, Proceedings of the 42nd Hawaii International Conference on System Sciences – 2009, City University of New York pp.1-8.

• Μarginson, S., (1999) “After Globalisation: emerging politics of education” in Journal of Education Policy, 14, pp.,1-6 & 19-31. OECD (1998) Staying Ahead. In-service Training and Teacher Professional Development, Paris, Centre for Educational Research and Innovation

• Moi, T. (2011). “The adventure of reading literature and philosophy, Cavell and Beauvoir”, Literature & Theology, Vol. 25. No. 2, June 2011, pp. 130


• Nelson, T. No More Teachers’ Dirty Looks. ComputerDecisions 9, 8 (Sep. 1970) pp. 16-23.

• Νοrris P. (2002) Digital Divide: Civic engagement, Information poverty, and the internet Worldwide, John F. Kennedy School of Government & Harvard University pp 14-25

• O'Donnell, J.J. (2010), "An idea whose time has almost come", Chronicle of Higher Education, Vol. 56 No.38, pp.B10.

• Postman Ν. (1985), Amusing ourselves to death, New York, Viking Penguin, p.169

• Rietveld, H. (1994), Popular Culture . Oxford University press, p. 151

• Rosenberg, J, (1998) "Locus Looks at the Turing Play: Hypertextuality vs. Full Programmability", http://www.well.com/user/jer/LLTP_out.html

• Ruddle, R., Howes, A., Payne, S. & Jones, D. (2010). Electronic Books: The effects of hyperlinks on navigation in virtual environments School of Psychology, Cardiw University, pp.32-36
• Ryan, M.L. (2001). "Narrative as Virtual Reality: Immersion and Interactivity in Literature and Electronic Media, Johns Hopkins University Press, Baltimore, p.23.

• Shaver, D., & Shaver, M.A. (2003), Books and Digital Technology: A new industry model, Journal of Media Economics, 16(2), pp. 71-86.

• Strangelove, M. (2005). The empire of mind: Digital piracy and the anticapitalist movement. Toronto: University of Toronto Press, pp. 124-128.

• Wood, A. (2011). “Timespaces in spectacular cinema: crossing the great divide of spectacle versus narrative”,Journals>Humanities>Screen, p.371 (http://screen.oxfordjournals.org/content/43/4/370)

• Ziv, N. (2002). New Media as Catalysts for change in the transformation of he book publishing industry. The International Journal on Media Management, 4(2), pp. 66-74.


Iστότοποι:

• ΕΚΕΒΙ, Παρατηρητήριο του Ψηφιακού Βιβλίου (http://ebooks.ekebi.gr)

 Ψηφιακές εκδόσεις στις αναπτυσσόμενες χώρες: Μίμηση ή αυτόνομη εξέλιξη;» Παρουσίαση της έρευνας του Octavio Kulesz στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης, Kulesz O., Digital technology as an opportunity, (http://alliance-lab.org)

 Ποιο θα πρέπει να είναι το ποσοστό της αμοιβής των συγγραφέων στα e- books; Wylie: 50% royalty rate ‘to be the norm' October 14, 2010 (http://www.thebookseller.com)

 Οι γυναίκες ξεπέρασαν τους άντρες στην κατοχή e-readers στην Αμερική, Indvik Lauren, Αugyst 25, 2010, Women own the majority of ereaders (STAT) (http://mashable.com και http://blog.nielsen.com)

 Οι γυναίκες ξεπέρασαν τους άντρες στην κατοχή e-readers στην Αμερική, Changing Demographics of Tablet and eReader Owners in the US, Aύγουστος 25, 2011 http://blog.nielsen.com)

 147% αυξήθηκαν οι πωλήσεις των e-books Μάιο του 2011 στην Αμερική, AAP Monthly Sales Report: Digital Climbs 147%, Jul 21, 2011, (http://www.publishersweekly.com) http://www.publishersweekly.com/pw/by-topic/industry-news/bookselling/article/48088-aap-monthly-sales-report-digital-climbs-147-.html

 Αποτελέσματα έρευνας για το ηλεκτρονικό βιβλίο και το ηλεκτρονικό εμπόριο βιβλίων, Ioύλιος 19, 2011 (http://elektronikosanagnostis.blogspot.com)

 Νέα στρατηγική για τον εκσυγχρονισμό του δικαίου για την πνευματική ιδιοκτησία στην Ενιαία Αγορά ανακοίνωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή http://web.opi.gr, http://www.europarl.europa.eu/RegData/docs_autres_institutions/commission_europeenne/com/2011/0288/COM_COM%282011%290288_EL.pdf)


• EΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ: Άνοδος των indie συγγραφέων μέσω των e-books, Ioύνιος 28, 2010, http://oem.gr/main/index.php/epikairotita/4224)


• EΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ, Ιούνιος 28, 2011, Άνοδος των Indie συγγραφέων μέσω των e-books (http://oem.gr/main/index.php/epikairotita/4224)


• ΤΑ ΝΕΑ, Γιακουμάτου Τ., Βιβλία της ηλεκτρονικής εποχής δίχως χαρτί και μελάνη, 06-03-2000, Σελ.: P04 Κωδικός άρθρου: A16685P041 (http://www.netschoolbook.gr)


• Έρευνα: Φιλαναγνωσία των Νέων, ΙΕΚ ΔΟΜΗ, 2009, http://www.iekdomi.gr/node/338.
• Πειρατεία και στο ηλεκτρονικό βιβλίο, Απρίλιος 19, 2011, (http://www.newsbeast.gr/ technologyarthro/156972)

• Πειρατεία, Ιανουάριος 22, 2010, (http://www.osdel.gr)

• Jones P. (March 10, 2011, Time called on enhanced e-books at LBF digital conference, (http://www.thebookseller.com)

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Το Παραμύθι της Βροχής



TΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ της Τέσυς Μπάιλα
Ποια είναι άραγε εκείνα τα στοιχεία που αναδεικνύουν ένα κείμενο σε λογοτεχνική
δημιουργία; Αυτό το ερώτημα αποτελεί την πάγια αγωνιώδη αναζήτηση των
θεωρητικών της λογοτεχνίας αιώνες τώρα και παρά τις θεωρίες που έχουν
αναπτυχθεί, ανατραπεί, αναδομηθεί και εξελιχθεί μέσα στο χρόνο, το μόνο που αποδεικνύεται
είναι αφενός ότι η τέχνη του λόγου, όπως και οποιαδήποτε τέχνη δεν διέπεται από
κανόνες με τη σχηματική και ανελαστική έννοια του όρου παρά μονάχα από βασικές
αρχές, αφετέρου ότι η ποιότητα και η αξία της κρίνεται πάντοτε από το
αποτέλεσμα, από την αντοχή του στο χρόνο και από την αποδοχή του από τους
αναγνώστες και την επίσημη κριτική.
Ποιες είναι αυτές οι βασικές αρχές όμως για ένα μυθιστόρημα, αφού εν προκειμένω και
το περί ου ο λόγος έργο ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία του γραπτού λόγου; Κάποιοι
θα ισχυριστούν πως είναι η αφηγηματική και πρωτότυπη δεινότητα του δημιουργού,
το ταλέντο να επινοεί κάποιος έξυπνες ιστορίες και να τις αποδίδει με πρωτότυπη
μορφή και δομή κάποιοι άλλοι, οι ανατροπές που η ευφυία του γράφοντος γεννά
ώστε να εκπλήσσει τον αναγνώστη, ενώ κάποιοι τρίτοι θα αποδώσουν την επιτυχία
του στη μοναδικότητα και την δυναμική των ηρώων και στο «άστρο» του έργου και
του δημιουργού του.
Στο μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα «Το παραμύθι της βροχής» συναντάμε όλες τις
προαναφερθείσες αρχές δηλαδή και την αφηγηματική δεινότητα, και την ανατρεπτική
πλοκή και τους εντυπωσιακούς χαρακτήρες με την έννοια της άψογης
ψυχοσυναισθηματικής προσέγγισης που κυριαρχούν στο πολυποίκιλο και συνάμα
εξωτικό σκηνικό του βιβλίου. Θα προσθέσω όμως ότι υποδόρια το κείμενο
διατρέχουν πανίσχυροι συνειρμοί και στοχασμοί που οδηγούν τον αναγνώστη στα
κατάβαθα του εσώτερου είναι του, ενώ οι άνθρωποι ανάγονται σε σύμβολα
προκειμένου να προσωποποιήσουν τους προβληματι-σμούς που αποτελούν την
ιδεολογική ραχοκοκαλιά του βιβλίου.
Η στοχαστικότητα που χαρακτηρίζει το βιβλίο, η αποφθεγματική διατύπωση σε πολλά
σημεία του έργου δια στόματος των ηρώων και όχι του αφηγητή που θα έκανε το
έργο να εξωκοίλει προς τη δοκιμιακή αφήγηση και συνάμα η δροσιά μιας ρέουσας
γλώσσας που σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να το αφήσει από τα
χέρια του, είναι τα μεγάλα ατού, ετούτου του αλλιώτικου παραμυθιού που μας
παρασύρει σε πρωτόγνωρα μονοπάτια λογοτεχνικής έκφρασης.
Ήδη από την πολύ κατατοπιστική εισαγωγή της η συγγραφέας καθιστά σαφή τον
ιδεολογικό καμβά στον οποίο θα φιλοτεχνήσει την ιστορία της. Πρόκειται για την
ενδόμυχη επιθυμία της μέσω ενός λογοτεχνικού εγχειρήματος να αποδείξει την
συνάφεια και γιατί όχι την πνευματική και ιδεολογική σε πολλά θέματα ταύτιση
της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας με σημείο εστίασης τους Πυθαγορείους και, την
Πλατωνική σκέψη, με το βουδιστικό φιλοσο-φικό σύστημα και εν γένει με την
ιαπωνική φιλοσοφία. Εγχείρημα δύσκολο ματην αλήθεια και θα τολμούσα να πω ρομαντικό, στους σύγχρονους χαλεπούς καιρούς,σε μια εποχή που στη λογοτεχνία κυριαρχούν θνησιγενή και τετριμμένα θέματα,θέματα προορισμένα για ευρεία κατανάλωση και στιγμιαία τέρψη.
Αντιθέτως,το βιβλίο της Τέσυς Μπάιλα με πρώτο άξονα τη συγκρητική προσέγγιση δύο
φιλοσοφικών κόσμων φαινομενικά μόνο αντίρροπων, και με δεύτερο μα διόλου υποδεέ-στερο,
το ουμανιστικό ενδιαφέρον που διαπνέει πάντα τη λογοτεχνική γραφή της δημιουρ-γού
του, υπηρετεί το πνεύμα της παγκοσμιοποίησης. Μέσα στις σελίδες του η Τέσυ
Μπάλα αποδεικνύοντας την πνευματική συνάφεια και συγγένεια δυο φαινομενικά
αλλιώτικων λαών, αντιπροτείνει στο τοπικιστικό συχνά πνεύμα της σύγχρονης
Ελληνικής λογοτεχνίας ένα έργο με οικουμενικό προφίλ, ένα έργο που προορίζεται για
όλους.
Το παραμύθι της βροχής θα έλεγε κανείς ότι αποτελεί γέφυρα που οδηγεί τον
αναγνώστη στην επί της ουσίας επαφή του όχι μόνο με τα ορατά και αισθητηριακώς
αντιληπτά στοιχεία του γιαπωνέζικου πολιτισμού αλλά σταδιακά γίνεται
συνεπικούρός του για να εισαχθεί στο άδυτο της φιλοσοφίας του προκειμένου να
διαπιστώσει πως τον ενώνουν με αυτό τον λαό πολύ περισσότερα απ’ όσα εντέλει τον
χωρίζουν.
Σύμβολο και εκπρόσωπος της ιαπωνικής σκέψης μέσα στο βιβλίο είναι ο Τοσίο, ο φίλος της
Ελληνίδας ηρωίδας Χριστίνας ο οποίος αναλαμβάνει να αναστυλώσει την πεσιμιστική
οπτική της φίλης του, που καταφθάνει στην Ιαπωνία με ψυχή ερειπωμένη από
απώλειες, την απώλεια του αδερφού, του αγέννητου παιδιού της και εν κατακλείδι
των ψυχικών της ισορροπιών. Η φυγή γίνεται ένας ακόμη άξονας στο βιβλίο και ένα
θέμα κυρίαρχο στη θεματολογική παλέτα της συγγραφέως όπως αποδεικνύεται και από την πρώτη μυθιστο-ρηματική της κατάθεση στο Πορτρέτο της σιωπής. Ενώ όμως η φυγή στο πορτρέτο της σιωπής
καταδεικνύεται σε λύτρωση ατομική και εσωτερική, στο Παραμύθι της Βροχής η
λύτρωση έρχεται μέσα από τον κόσμο και την επιστροφή της ηρωίδας σε αυτόν, εν
αντιθέσει με τον ήρωα του Πορτρέτου όπου ο ήρωας αγγίζει τη λύτρωση έξω από τα
εγκόσμια όρια.
Η ψυχογράφηση της Χριστίνας φιλοτεχνείται με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελεί
αντιστοίχως το σύμβολο του ανθρώπου που επιζητά την αυτογνωσία και την
πνευματική του αναγέννηση μέσα από ένα ώριμο φιλοσοφικό σύστημα που δεν έχει
σύνορα, χωροχρονικούς περιορισμούς αλλά αξίες διαχρονικές που ουδεμία σχέση έχουν
με ανούσια στερεότυπα. Κάθε πράξη έχει το νόημα και την ερμηνεία της, το σκοπό
και την μονα-δικότητά της, δεν είναι άστοχα λόγια μια νεκρολογία παλιών
παραδόσεων.
Η Χριστίνα δεν είναι παρά ο αιώνιος περιπατητής, μια κλασική ηρωίδα απ’ την παρα-καταθήκη
των κλασικών ηρώων που αλλάζουν προσωπείο κάθε φορά για να καλύψουν την
προαιώνια αγωνία τους για την κατάκτηση της ευτυχίας. Είναι ένας άλλος Οδυσσέας
που βρίσκει καταφύγιο στη φυγή για να ισορροπήσει και να κατανοήσει ότι η
αφετηρία της ζωής της είναι εντέλει και ο τερματικός σταθμός των προσωπικών της
αναζητήσεων. Απ’ την συντροφική αγάπη αφορμά και σ αυτήν καταλήγει, αυτό είναι
το δίδαγμα του προσωπικού της ταξιδιού. Η αύρα του ομηρικού ήρωα, διαχεόμενη
μέσα από μια γυναικεία ψυχή υπάρχει διάχυτη αν και κεκαλυμμένη μέσα στο έργο.
Ο Τοσίο θα ξεναγήσει τη Χριστίνα στους τόπους και στις ψυχές των Ιαπώνων και θα της συστήσει τη φιλοσοφία του Ιαπωνικού
πολιτισμού. Κοντά του, η Χριστίνα και ταυτόχρονα ο αναγνώστης που παρακολουθεί
βήμα προς βήμα αυτό το οδοιπορικό στην ιαπωνική γή και στην ιαπωνική φιλοσοφία.
Όταν η θλίψη θα ξεκλειδωθεί και το πνεύμα θα ελευθερωθεί για να δεχτεί τα νέα
πνευματικά αγγίγματα, τότε η φιλία θα αποδειχτεί το μόνο βάλσαμο για τα δεινά
κάθε ψυχικής οδύνης.
Και ενώ «Η χώρα των αντιθέσεων, της σκληρής βίας των πολεμιστών της και της θηλυκής
γλυκύτητας των γυναικών της!» είναι αυτή που θα χαρίσει στη Χριστίνα προΪούσης
της μυθιστορηματικής δράσης τη γαλήνη που απεγνωσμένα γυρεύει έπειτα από την
άκαρπη κύηση ενός παιδιού, η ίδια χώρα, οι άνθρωποι που άφησε πίσω και οι
άνθρωποι που γνωρίζει στην ιαπωνική γη, θα αποτελέσουν τον προστατευτικό κλοιό
που θα την προφυλάξει και θα την επαναφέρει στην αισιόδοξη θέαση της ζωής.
Το βιβλίο αποτελεί ένα εξαίσιο οδοιπορικό στην ιαπωνική κουζίνα, στα
γιαπωνέζικα τοπία, στις εποχές της Άπω Ανατολής, στις αποχρώσεις της ανθισμένης
κερασιάς, στην εποχή των βροχών, στις εικόνες και στις εναλλαγές των χρωμάτων
της φύσης που σαν βεντάλιες απλώνονται και δροσίζουν τις ψυχές των αναγνωστών,
στις σαγηνευτικές τελετές του τσαγιού, στα καλειδοσκόπια των συναισθημάτων
αυτών των ανθρώπων, έτσι όπως κανείς μπορεί να τα αφουγκραστεί ή να τα
αντικρίσει φιλτραρισμένα μέσα από ελληνικά μάτια
Η συγγραφέας όποτε περιγράφει κάποιο από τα αποθησαυρισμένα έθιμα του ιαπωνικού πολιτισμού,
δίνει την εντύπωση του πιστού που νυχοπατά στο έδαφος ιερού τεμένους. Με σεβασμό
και δέος. Τα στοιχεία των περιγραφών είναι δοσμένα με τόση λαογραφική ακρίβεια
ώστε ο τρόπος υπογραμμίζει την πρόθεση να τα μεταφέρει αυτούσια, σαν ιερά
κειμήλια για να τα προσκυνήσει ο οικουμενικός αναγνώστης, ο πιστός εκείνος της
λογοτε-χνίας που δεν έχει σύνορα, χρόνο ή στενά ιδεολογικά κριτήρια αξιολόγησης
της τέχνης.
Η τεχνική της περιγραφής, αυτό το δίκοπο και πολλάκις επικίνδυνο εργαλείο στο χέρι του
αδέξιου επίδοξου δημιουργού, στα χέρια της Μπάιλα γίνεται ένα εργαλείο
εξαιρετικής ακρίβειας και δεξιότητας με το οποίο αποδίδει άψογα τόσο το
σκηνικό, όσο και το εξωτερικό και εσωτερικό γίγνεσθαι του βιβλίου. Το έργο
βεβαίως δεν αποτελεί απλώς μια συγκρητική προσέγγιση δυο φιλοσοφιών. Είναι ένα
μυθιστόρημα χυμώδες με όλη την ουσία, τη γεύση, το άρωμα και το χαρμάνι που το
καθιστά λαχταριστό από τον αναγνώστη. Διαβάζεται απνευστί καθώς διέπεται από
την αρχή του μέτρου τόσο στη χρήση των εκφραστικών μέσων όσο και στις δόσεις
των φιλοσοφικών στοχασμών που υπάρχουν μεν διάχυτοι στο βιβλίο αλλά
καλοβαλμένοι ώστε να μην κουράζουν και να μην ξαστοχούν από το βασικό σκοπό
κάθε μυθιστορήματος: την τέρψη και τον έμμεσο προβληματισμό που σε καμία
περίπτωση δεν σχετίζεται και δεν πρέπει να συγχέεται με τη στεγνή διδαχή.
Αντιθέτως, η πληροφορία προσφέρεται αβίαστα, καλά κρυμμένη μέσα στις
μυθιστορηματικές δομές και με όχημα τον μικροπερίοδο, χαριτωμένο και συνάμα
μεστό λόγο της συγγραφέως, που αν στο πορτρέτο της σιωπής μας ξάφνιασε
ευχάριστα με τη λυρικότητα που επέβαλε ο ήρωάς του, στο παραμύθι της βροχής
ελίσσεται, μεταμορφώνεται ανάλογα με τις απαιτήσεις της στιγμής και της
μυθιστορηματικής πλοκής για την επίτευξη του καλύτερου δυνατού αισθητικού
αποτελέσματος. Άλλοτε λιτός, άλλοτε περιγραφικός, άλλοτε με φιλοσοφικές
προεκτάσεις, άλλοτε συγκινητικός, μα πάντοτε καίριος, ο λόγος πετυχαίνει την
εξισορρόπηση της ιδέας και της λέξης.
Κορυφαία φιγούρα στο βιβλίο που ομολογώ πως κλέβει την παράσταση, η Χιρόκο η οποία έχει
καταλυτική επιρροή στην τροπή της ιστορίας, καθώς οι δύο νεαρές αναπτύσσουν με
την πάροδο του χρόνου μια ισχυρή φιλία. Η επίσκεψη στο Κιότο γίνεται αιτία να
ανακαλύψει η Χριστίνα το μεγάλο μυστικό της Χιρόκο και την προσωπική της
ιστορίας ως γκέϊσσας. Ένα ολότελα νέο κεφάλαιο ανοίγεται στο βιβλίο, με την
τεχνική του εγκυβωτισμού, καθώς μέσα στην ιστορία της Χριστίνας εντάσσεται η
ιστορία της Χιρόκο για να ξετυλιχτούν στη συνέχεια μαζί και να σφιχτοδεθούν τα
πεπρωμένα των δύο γυναικών. Η συγγραφέας δημιουργεί το κατάλληλο κλίμα για να
ξεναγήσει τον αναγνώστη στον άγνωστο κόσμο των γκεΪσών και στη μυσταγωγική
μεταμόρφωση κάποιων γυναικών της Ανατολής σε ιερά σύμβολα του τόπου τους.
Η Χιρόκο, η Γιούκο, μια κακοποιημένη από τον άντρα της γυναίκα που πέφτει στα
χέρια της πανούργας Κίμι κατά το
παρελθόν, και η ίδια η Κίμι, είναι τρεις εξωτικές ηρωίδες οι οποίες χτίζουν με
τις επιλογές και τις δράσεις τους μία πολυσχιδή ιστορία που στηρίζεται στη
μαγεία του έρωτα, στην ψυχρή ενατένιση της ζωής και στη θυματοποίηση των
παιδιών από τα λάθη των μεγάλων. Ο ρόλος της θείας της Κίμι, καταλυτικός και η
σκηνή της εντολής δολοφονίας του παιδιού που η Χιρόκο έφερε στον κόσμο
καταστρέφοντας μ’ αυτό τον τρόπο το μέλλον της και συνάμα την πηγή εσόδων της
Κίμι, ίσως είναι η πιο δυνατή του βιβλίου.
Η πλοκή συχνά ξαφνιάζει. Ξεκινώντας από ένα αλληγορικό παραμύθι όπου ο έμπειρος
αναγνώστης θα αποκρυπτογραφήσει την εσωτερική οδύνη της αφηγήτριας του
παραμυθιού η οποία διατρέχει ολόκληρο το μυθιστόρημα: την αδυναμία της να
καρπίσει, η οποία την ακολουθεί άλλοτε ως παραίσθηση ή εφιάλτης και άλλοτε ως
συνειδητή απουσία από μια ζωή που δεν καταξιώνεται δίχως την παρουσία ενός
παιδιού.
«Τα βράδια στον ύπνο της, οι εφιάλτες επέστρεφαν… Ένα κοριτσάκι
παγιδευμένο σε ερείπια… Έσκαβε με νύχια και με δόντια, για να το βγάλει, μέχρι
που τα χέρια της μάτωναν και ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια…»Αν
κάποιος επιχειρούσε να χαρακτηρίσει με μια μόνο λέξη το είδος αυτού του
μυθιστορήματος, θα αντιμετώπιζε σοβαρές δυσκολίες. Σίγουρα έχει στοιχεία
κοινωνικά, φιλοσοφικά, ηθογραφικά, λαογραφικά και ψυχογραφικά. Ωστόσο, θα έλεγα
ότι αποτελεί μια πρωτότυπη λογοτεχνική φόρμα όπου ο συγκερασμός των επιμέρους
προαναφερθέντων στοιχείων καθιστούν εφικτό τον τελικό στόχο της συγγραφέως: να
τιμήσει τις εμπειρίες και τους ανθρώπους που της τις προσέφεραν.
Το Παραμύθι της βροχής αποτελεί απόδειξη ότι πέρα
από τις αρχές πρέπει να τηρούνται και κάποιες βασικές προϋποθέσεις από όποιον διεκδικεί
την ιδιότητα του δημιουργού: αυτές είναι η σοβαρότητα, η υπευθυνότητα απέναντι
στο θέμα που πραγματεύεται, η ακρίβεια και η εντιμότητα απέναντι στο χαρτί και
στον αναγνώστη του πράγμα που σημαίνει σκληρή δουλειά και τέλος αποδεικνύεται πως
η εμπειρία και η μελέτη αποτελούν την αδιάσειστη βάση πάνω στην οποία
στηρίζεται το ποιοτικό λογοτεχνικό έργο.
Τις προϋποθέσεις αυτές η Τέσυ Μπάιλα τις τηρεί απαρέγκλιτα στο μυθιστόρημά της που
εν κατακλείδι αποτελεί μια άψογη ξενάγηση στα μύχια της ψυχής, εκεί που όπου
χρειάζεται κανείς ένα φίλο-συμπαραστάτη για να τολμήσει να εισχωρήσει.

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

ΣΒΗΣΜΕΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ της Γιώτας Φώτου


ΣΒΗΣΜΕΝΑ
ΦΕΓΓΑΡΙΑ Της Γιώτας Φώτου
«... Η ζωή έχει τους νόμους της. Ο
καθένας όπως έστρωσε θα κοιμηθεί. Μπορεί να περάσουν χρόνια, μπορεί να πιστεύει
πως όλα τελείωσαν, ξεχάστηκαν και ξαφνικά... έρχονται τα πάνω κάτω. Όποιος
πιστεύει ότι μπορεί να κρατήσει επ’ άπειρον κρυμμένα μυστικά πλανάται. Θα έρθει
η στιγμή που θα ανοίξει το ντουλάπι και θα βγουν όλα τα άπλυτα στη φόρα. Γι’
αυτό πρέπει να είναι προετοιμασμένος. Αν και το πιο σωστό είναι να βάλει το
μυαλό του να δουλέψει πριν πάρει αποφάσεις. Μόνο τότε θα βγει καθαρός. Αλλά είπαμε, πολλές φορές το μυαλό του
ανθρώπου θολώνει. Και αιτία γι’ αυτή τη θολούρα είναι ο εγωισμός».
Πρωταγωνίστρια
αυτού του βιβλίου δεν είναι η Μηλίτσα Χαριτίδη όπως ίσως θα συμπεράνει εν
πρώτοις ο αναγνώστης. Ούτε ο Μενέλαος Παρίσης και ο Νάκος Παπαχρήστος που
διεκδικούν τα κάλλη της όμορφης μυστηριώδους άγνωστης που με μια βαλίτσα στο
χέρι καταφθάνει το Νοέμβρη του 1958 στο απομονωμένο χωριό τους . Πρωταγωνιστής
είναι ο ανθρώπινος εγωισμός που καθορίζει τις δράσεις των ηρώων και προκαλεί
ένα ντόμινο δυστυχίας καλά κρυμμένης μέσα σε ένα τρίπτυχο μυστικών.
Ιδιαίτερα επιδέξια η Γιώτα Φώτου στο
στήσιμο μυστηριωδών καταστάσεων όπως έχει αποδείξει και στο παρελθόν με τα
Βιολιά της Χαράδρας και το δάκρυ του κρίνου, σε ετούτο το βιβλίο καταφέρνει να
χειριστεί αριστοτεχνικά τις σιωπές και τις ενοχές των ηρώων της καθηλώνοντας τον αναγνώστη.
Το πλέγμα των μυστηριωδών καταστάσεων
εξελίσσεται σε τρία επίπεδα. Στο πρώτο επίπεδο ο αναγνώστης διερωτάται για την
προέλευση της ξένης που καταφθάνει στο
χωριό και πληροφορείται μέσα από τη διήγηση της ίδιας της Μηλίτσας Χαριτίδη στη
Φιλιώ Παπαχρήστου κόρης του ενός εκ των επίδοξων εραστών της στο χωριό και της
Ερμιόνης, που πέθανε πρόσφατα. Η Μηλίτσα αφηγείται τα παιδικά της χρόνια κοντά
στη Φανή και την Έλλη Χαριτίδη, δύο ιερόδουλες κατά τη διάρκεια της Γερμανικής
Κατοχής, καθώς και τη ζωή της ως ψυχοκόρη κοντά στην οικογένεια Κωστοπούλου.
Το δεύτερο επίπεδο αναπτύσσεται πάνω στη
βάση της μυστηριώδους εξαφάνισης της κόρης της Ερμιόνης Παπαχρήστου, στο πένθος
που αυτή ισοβίως βίωσε για το χαμένο παιδί της και την δυσαρμονική της σχέση με
τον μονόγνωτο σύζυγό της.
Στο τρίτο επίπεδο, υπάρχει η πεισματική
άρνηση της Ερμιόνης να δεχτεί ως σύζυγο του μεγάλου της γιου, του Δήμου, την
Ανθή Μπούρα, γεγονός που γεννάει ένα ακόμη ερωτηματικό στον αναγνώστη οδηγώντας
τον να αρπάξει το νήμα της πλοκής και να μην σταματήσει παρά μόνο όταν φτάσει στη
λύση του δράματος. Οι μυθιστορηματικοί πόλοι επομένως είναι τρεις και κινούνται
γύρω από τον ιδεολογικό άξονα της συγγραφέως, τον ανθρώπινο εγωισμό και την
καχυποψία και υποκρισία που ελλοχεύουν στις κλειστές κοινωνίες.
Μα ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.
Εξ ορισμού μυθιστόρημα είναι το είδος
του αφηγηματικού λόγου στο οποίο υπάρχουν καθορισμένοι απόλυτα ο χρόνος και ο
χώρος της δράσης, οι χαρακτήρες και η μυθιστορηματική πλοκή που εκτυλίσσεται
στηριζόμενη σε συγκεκριμένες μυθιστορηματικές συμβάσεις. Οι αρχές αυτές
τηρούνται απαρέγκλιτα από την λογοτεχνική πένα της Γιώτας Φώτου. Ο χρόνος όπου
διαδραματίζεται το έργο είναι ο Νοέμβριος του 1958, με επιτυχημένες αναδρομές
στο παρελθόν σε ξεχωριστά κεφάλαια ώστε δεν προκαλείται καμία σύγχυση στον
αναγνώστη που παρακολουθεί ακοπίαστα τις χωροχρονικές μεταβάσεις της
συγγραφέως. Το παιχνίδι παρελθόντος παρόντος ακολουθώντας την λογοτεχνική
τεχνική της φωτοσκίασης πετυχαίνει μέσω της πένας της συγγραφέως, να
διακλαδίζει την πλοκή και να φωτίζει την πορεία του μυθιστορήματος κάθε φορά
που μεταφερόμαστε στο παρελθόν ενώ να περιπλέκει και να εντείνει το ενδιαφέρον
του αναγνώστη όποτε υπάρχει δράση στον παρόντα χρόνο.
Όσον αφορά τους χαρακτήρες οφείλω να
σημειώσω ότι υπάρχει μια ποικιλομορφία προσωπικοτήτων, ανδρικών και γυναικείων
ρόλων με συναισθηματικές διακυμάνσεις τέτοιες που συμβάλλουν στην εξέλιξη της
μυθιστορηματικής πλοκής. Η πρωταγωνίστρια έρχεται αντιμέτωπη με ποικίλλες
μορφές συγκίνησης ενώ τα συναισθήματά της, καθώς φωτίζονται και αναλύονται μέσα
από τα λόγια και τις πράξεις της, κινούνται από το απόλυτο μίσος ως την απόλυτη
αγάπη, αφού πρόκειται για μια ηρωίδα απόλυτα φυσική, σαν πρόσωπο υπαρκτό που
ταλανίζεται από τα ευχάριστα και δυσάρεστα γεγονότα που δρουν παράλληλα σε μια
συγκεκριμένη χρονική στιγμή προκαλώντας τη συνισταμένη των πολλαπλών της
αντιδράσεων.
Το ίδιο πρόσωπο λατρεύει τον Ανδρέα
Σταθάτο, την ίδια στιγμή που θρηνεί για τη χαμένη μητέρα του και μισεί τους
ενόχους που την κράτησαν πολλά χρόνια μακριά από τη μητρική στοργή. Η Μηλίτσα
Χαριτίδη είναι μια πολυσχιδής προσωπικότητα που ξέρει επιδέξια να κινεί τα
συναισθήματα των άλλων δίχως να μπορεί απόλυτα να ελέγχει τα δικά της
συναισθήματα. Φυσικότητα χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά και των καταλυτικών ηρώων
Μπούρα, Παρίση και Παπαχρήστο. Ο Νάκος κινείται απερίσκεπτα εξαιτίας του
εγωισμού του και η Μηλίτσα λόγω μίσους και μιας πρωθύστερης διάθεσης για εκδίκηση
αναβάλλει για αργότερα ως και την πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής της
προκειμένου να απαλλαγεί από τα φαντάσματα του παρελθόντος.
Πέρα όμως από τη χωροχρονική διάσταση,
τους ήρωες και την ενδιαφέρουσα μυθιστορηματική πλοκή δεν περνούν διόλου απαρατήρητα
στοιχεία λαογραφικά, πραγματολογικά, ιστορικά, ψυχογραφικά και ηθογραφικά. Η
Γιώτα Φώτου έχει μια εμμονή στην τέλεια απόδοση της ατμόσφαιρας του χώρου και
της εποχής που επιλέγει κάθε φορά για να εντάξει το μύθο της. Το χωριό
μεταμορφώνεται σ’ ένα άψογο θεατρικό σκηνικό για τον αναγνώστη και οι ήρωες
μιλούν και δρουν όπως θα ενεργούσαν και θα κινούνταν υπαρκτά πρόσωπα, με τις
εσωτερικές και εξωτερικές συγκρούσεις που καθορίζουν τη ζωή και τη συμπεριφορά
τους, πράγμα που σημαίνει ότι τόσο η μυθοπλασία όσο και η ψυχογράφηση των ηρώων
συνθέτουν άψογα τη διαμόρφωση του εικονικού σύμπαντος που μαστόρεψε η
συγγραφέας.
Ωστόσο, τα στοιχεία που αποδεικνύουν τη
μυθιστορηματική μαεστρία της Γιώτας Φώτου και αποτελούν τα μεγάλα ατού ετούτου
του βιβλίου είναι αφενός τα εκφραστικά της μέσα και αφετέρου οι ανατροπές και
οι αντιθέσεις που χρησιμοποιεί.
Η γλώσσα είναι ρέουσα και λιτή. Δίχως
λογοτεχνικές εξάρσεις και λεκτικούς ακροβατισμούς κερδίζει τις εντυπώσεις και
την αμείωτη προσήλωση του αναγνώστη. Είναι διάχυτη η αίσθηση ότι παρακολουθεί
θεατρική παράσταση καθώς οι μακροσκελείς μονόλογοι αποτυπώνουν ρεαλιστικά τις
σκέψεις και τα συναισθήματα των ηρώων. Η εικονοπλασία πετυχαίνει αφενός άψογη
σκηνοθεσία του έργου αφετέρου επιτείνει καθοριστικά τη συγκίνηση. Με λιτές
περιγραφές η Γιώτα Φώτου καταφέρνει το μεγαλύτερο δυνατό αποτέλεσμα
συναισθηματικής έντασης του αναγνώστη. Η χρήση φράσεων και λέξεων της
καθομιλουμένης δίνει ζωντάνια, αμεσότητα και φυσικότητα στο κείμενο, καθώς η
αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο των ηρώων αποδεικνύει την ικανότητά της να υποδύεται
τους ήρωές της αλλάζοντας συνεχώς τρόπο έκφρασης και σκέψης ώστε μας προσφέρει
μ’ αυτό τον τρόπο μια ποικιλία χαρακτήρων, δράσεων και αντιδράσεων.
Το δεύτερο ατού του βιβλίου είναι η η
προβολή ηθικών αντίποδων μέσα στο έργο. Η Έλλη και η Φανή, οι ιερόδουλες που
μεγάλωσαν την Μηλίτσα είναι δυο γυναίκες που υποτίθεται ότι δεν έχουν κανέναν
ηθικό φραγμό λόγω του επαγγέλματός τους. Δεν είναι ευυπόληπτες κοινωνικά ωστόσο
την ώρα της κρίσης, τη στιγμή που κρινόταν η ζωή και η σωματική ακεραιότητα της
Μηλίτσας στην παιδική της ακόμη ηλικία, αποδεικνύουν ότι ακόμη υπήρχε μέσα τους
ζώσα η ανθρωπιά. Το ίδιο συμβαίνει και με το κατακάθι της κοινωνίας, τον Κανατά
ο οποίος αποδεικνύεται ανάξιος να εκτελέσει την ειδεχθή πράξη που του αναθέτουν
ευυπόλητα υποτίθεται άτομα.
Αντίθετα στην κλειστή κοινωνία των
κτηνοτρόφων Παπαχρήστου, Μπούρα και Παρίση, οι ευυπόληπτοι οικογενειάρχες
φιλοτεχνούνται με μελανά χρώματα καθώς καθένας εξ αυτών κρύβει νοσηρά μυστικά βυθισμένος
στο έλος της κοινωνικής υποκρισίας.
«Έφυγε η Ερμιόνη, πάει. Γιατί και πώς
μόνο ο ίδιος το ήξερε και ποτέ κανένας άλλος δεν έπρεπε να το μάθει. Έφυγε και
ήταν σαν να λύθηκε ο κόμπος μέσα του, αυτός που τον εμπόδιζε μια ζωή να
αισθανθεί αληθινός άντρας» θα μας πει η συγγραφέας χαρακτηριστικά.
Τα ανθρώπινα πάθη σε ολόκληρο το βιβλίο
προβάλλονται ως η απαρχή των ανθρώπινων δεινών και ταυτόχρονα τονίζεται ότι
στην Ελληνική επαρχία η ντροπή για πολλά χρόνια ήταν μόνο γένους θηλυκού ακόμη
κι όταν η γυναίκα έπεφτε θύμα κακοποίησης. Μήπως τέτοιες καταστάσεις που
αμαυρώνουν την ανθρώπινη οντότητα δεν συνεχίζουν να υφίστανται σε ορεινές
ασιατικές περιοχές ακόμη και στον 21ο αιώνα;
Οι κοινωνικοί προβληματισμοί που
τίθενται στο βιβλίο είναι πολλοί. Πρώτα απ’ όλα γίνεται μια μυθιστορηματική
καταγραφή της δευτερεύουσας θέσης της γυναίκας στην Ελληνική κοινωνία περίπου
μισό αιώνα πριν. Τονίζεται η πατριαρχική απολυταρχία και η τυραννική υποταγή
της γυναίκας στον άντρα αφέντη. Θεωρείτο αποδεκτή η μοιχεία από την πλευρά του
ανδρός εν αντιθέσει με τη γυναίκα που ακόμη κι όταν ο σύζυγος απεβίωνε δεν είχε
δικαίωμα να ξαναφτιάξει τη ζωή της, αλλά γινόταν εύκολη βορά για τα αρσενικά
αρπακτικά που προσελκύονταν μόνο για σαρκική ευχαρίστηση.
Ένας άντρας πρέπει να νοιάζεται μόνο για
δυο πράγματα: για τη δουλειά και την τιμή της οικογένειας. Να περπατάει με το
κούτελο καθαρό! Θα πει η Γιώτα Φώτου δια στόματος Νάκου Παπαχρήστου, αναφερόμενη
στην κατ’ επίφαση ηθική καθαρότητα που έχανε το νόημά της συχνά μέσα στις
μικρόνοες κλειστές κοινωνίες της ελληνικής επαρχίας.
Ωστόσο, δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ
σ’ ένα αφανή ήρωα του έργου, τον Ρήγα, το μικρό κουτάβι που επί είκοσι χρόνια
ψάχνει τη χαμένη κυρά του ακολουθώντας τη ως εκεί που μπορούσε τότε που κάποιοι
βάλθηκαν να της στερήσουν τη μητρική αγκαλιά, για να ξεψυχίσει τη μέρα της
επιστροφής της, θυμίζοντας έντονα τον Άργο, το θρυλικό σκύλο του ομηρικού
Οδυσσέα, πετυχαίνοντας να ανεβάσει τους τόνους της μυθιστορηματικής συγκίνησης.
Ο ρόλος των ψυχικών παιδικών τραυμάτων
για την ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη των ανθρώπων προβάλλεται και αναλύεται πολύ
επιτυχημένα. Η συγγραφέας θίγει τα συναισθήματα μειονεξίας που δημιουργούνται
στην ηρωίδα της λόγω της νοσηρότητας του περιβάλλοντος στο οποίο μεγάλωσε,
ταυτόχρονα όμως η Μηλίτσα αποκαλύπτει κάποια άλλη στιγμή πως οι κακουχίες την
έκαναν δυνατή. Οι δύο όψεις αυτού του νομίσματος, δεν είναι άλλες από τις
δράσεις και τις αντιδράσεις της ίδιας της ζωής που τσαλακώνουν και συνάμα ατσαλώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη με
τις δοκιμασίες της.
Θεωρώντας ότι η Γιώτα Φώτου μας
προσέφερε ένα ακόμη λογοτεχνικό διαμάντι θα ήθελα να κλείσω ετούτο το κείμενο
μ’ ένα απόσπασμα που με εντυπωσίασε με τη δυναμική του αποδεικνύοντας την
αρτιότητα των λογοτεχνικών περιγραφών της:
«Η πρώτη ξεκάθαρη ανάμνηση που είχε από
τη ζωή της η Μηλίτσα ήταν ένα ταξίδι σε μια καρότσα φορτηγού. Δεν κατάφερε να
ξεκαθαρίσει ποτέ αν ήταν χειμώνας ή καλοκαίρι. Ψιλόβρεχε όμως κι εκείνη κρύωνε.
Στην καρότσα υπήρχαν και άλλοι άνθρωποι. Κάποιος για να την προφυλάξει από τη
βροχή, την τύλιξε μ΄ένα τσουβάλι που μύριζε σαπίλα. Εκείνη την ανακατεμένη
βρώμα της σαπίλας τη βρίσκει εμπρός της κάθε φορά που βρίσκεται σε δύσκολη
κατάσταση».
Με ύλη την ηθική σήψη των κατ’ επίφασιν
ηθικών, η Γιώτα Φώτου κατάφερε να στήσει τον μυθιστορηματικό της ιστό και να
μας χαρίσει ένα έργο που γράφτηκε για να αποτυπωθεί με ανεξίτηλα γράμματα στις
συνειδήσεις μας.
Σας προτρέπω ανεπιφύλακτα να το
διαβάσετε.

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Γραφή και νέα τεχνολογία

।">http://http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=20917। Άρθρο του Γιώργου Κιούση:
«Δεν ξέρω ποιος υπέροχος νους ανακάλυψε το μολύβι. Ας είναι ευλογημένος. Μ' αρέσει η μυρωδιά του μολυβιού. Το ελικοειδές άνθος που βγάζει η ξύστρα. Το χρατς χρατς πάνω στο χαρτί, αν είναι σκληρό το μολύβι, η γομολάστιχα για να σβήνει τα λάθη».Τρυφερές σκέψεις του ποιητή Μάνου Ελευθερίου στην εποχή της ψηφιακής επανάστασης, των σύγχρονων διαδικτυακών e-mails και sms επι-κοινωνιών. Το χαρτί φθίνει, το γραπτό κείμενο απειλείται, κάποιοι εραστές του χειρογράφου, όμως, δεν απομακρύνονται από την υλικότητα και την καταγωγική ηδονή της παραδοσιακής τεχνικής. Σε αρκετά ταχυδρομεία ο όγκος επιστολών σημείωσε πτώση από 5% έως και 10%. «Σύμφωνα μάλιστα με αναλυτές, ίσως χαθεί έως και το 50% του όγκου των διακινούμενων επιστολών μέσα στην επόμενη δεκαετία», μας λέει ο διευθύνων σύμβουλος των ΕΛΤΑ, Χρήστος Βαρσάμης. Ο Κώστας Σκανδαλίδης, υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ο οποίος από τις τελευταίες τάξεις του εξατάξιου Γυμνασίου γράφει με ατονικό σύστημα, μας λέει: «Τα γράμματα μικρά, πυκνά, στρογγυλά, καλλιγραφικά। Τι να το κάνω το κομπιούτερ; Δεν έχει ψυχή, μολύβι, γομολάστιχα, έμπνευση, προσωπική σφραγίδα. Το χρησιμοποιούν άλλοι για μένα, και καλά μάλιστα. Το χρησιμοποιώ κι εγώ για θέματα τεχνικά ή ρουτίνας. Να ξυπνώ χαράματα, να φτιάχνω ελληνικό καφέ με ταχίνι, να κάθομαι πάνω από το καρέ χαρτί με το μαρκαδοράκι μου. Πετάει ο νους μου και γεμίζει η ψυχή μου ιδέες που γεννιούνται. Αν είμαι και στο νησί μου αντικρίζοντας το πέλαγος, υπέρτατη χαρά, που κάποια στιγμή φθάνει και στο όριο της δημιουργίας».
Χειρωνακτική τέχνη
Εξαρτημένος από τον τρόπο γραφής με πένα και μελάνι, δηλώνει ο ποιητής και δοκιμιογράφος Δημήτρης Κοσμόπουλος। Με μάνα δασκάλα, από νωρίς ασκήθηκε στην καλλιγραφία «με κονδυλοφόρο και καλαμάρια βαθέος μπλε, αλλά και μαύρου μελανιού, κομψότατα της φίρμας "Μενούνος". Η σκέψη καταργείται μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή. Αντιλαμβάνομαι τη γραφή ως χειρωνακτική τέχνη. Το μελάνι δίνει άλλη θερμοκρασία και υγρασία στις λέξεις. Ο Σεφέρης κάποτε γύριζε μανιωδώς νύχτα για να βρει μελάνι σέπια, γιατί του 'χε τελειώσει».
Για τον εκδότη Θανάση Καστανιώτη, το να γράφεις με μολύβι καλοξυσμένο ή με στυλό διαρκείας, ή ακόμα με πένα, είναι μια διαδικασία τόσο δημιουργική όσο και απολαυστική। «Το χαρτί, το χέρι και το μολύβι συναποτελούν μια τριάδα που μετουσιώνει οποιαδήποτε σκέψη σε γράμματα, σε μαγικά σύμβολα, που συγκινούν τους μυημένους στη γραφή, στην ανάγνωση, στη λογοτεχνία και στο βιβλίο γενικότερα. Πρόκειται για μια διαδρομή του μυαλού και του αισθήματος, που ο δρόμος προς τη γραφή μόνο με το χέρι και το χαρτί την κάνει μοναδική».
«Η νεολαία έχει άλλες συνήθειες επικοινωνίας», μας λέει ο Πέτρος Φραγκίσκος, που διατηρεί κατάστημα με είδη γραφής. «Εμείς έχουμε σταθερό κοινό, που αγοράζει χαρτιά, μελάνια, στυλό, πένες, είδη αλληλογραφίας». «Η αφετηρία μου είναι πάντοτε το κείμενο, η γραφή», έλεγε ο συγγραφέας-ποιητής και καθηγητής Φιλοσοφίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης, Δημοσθένης Δαββέτας. «Με αυτήν ανακάλυψα τον κόσμο, όχι με την εικόνα. Οταν γράφουμε, αφήνουμε τα χαραγμένα ίχνη του πολιτισμού». Η ακαδημαϊκός, ποιήτρια Κική Δημουλά και ο ποιητής, δοκιμιογράφος Δημήτρης Κοσμόπουλος γράφουν αποκλειστικά για την «Ε» για τον «κρυφό ιερό τόπο όπου συναντιούνται η πένα και το χέρι» :
«Επιστροφή στο ένστικτο»
Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για ένα μολύβι που όταν αντίκρισε την πρώτη γραφομηχανή ένιωσε το χλοερό έδαφος της γραφής να σείεται κάτω από τα πόδια του, σαν προαίσθημα ότι η απόλυτη, αποκλειστική, η ιδεώδης σχέση του με το χέρι που ήταν «ο κολλητός του» προορισμός, κλονίζεται। Αθελά μου, έγινα υπέρμαχος αυτού του κλονισμού। Απέκτησα γραφομηχανή στα 18 μου, μόλις διορίστηκα στην Τράπεζα। Απαραίτητη γνώση। Ομως σιγά σιγά το άγγιγμα αυτών των πλήκτρων, διαπέρασε και γοήτευσε και την ζωή των ιδιωτικών μου έσω ήχων। Με το πλεονέκτημα ότι τους εξωτερίκευε ευανάγνωστους। Ενώ το μολύβι, αυτός ο μάμος που ξεγένναγε κάποτε το πρώτο αστραπιαίο, φευγαλέο κλάμα μιας ιδέας, ενός στίχου, προ του πανικού, να προλάβει να το καταγράψει, και προ της παραπλανητικής ευχέρειας που δίνει το προχειρογραμμένο, μετέτρεπε τις νότες και τις συλλαβές αυτού του νεογέννητου κλάματος σε τρομ0κρατημένο αίνιγμα। Τόσο επιζήμια επηρέαζε τον καλό, κατά τα άλλα, γραφικό μου χαρακτήρα। Δεν έβγαινε τίποτα απολύτως απ' όσα σημείωνα। Κατ' ευθείαν λοιπόν στη γραφομηχανή। Χρόνια. Ωσπου, μια πιο προηγμένη απιστία λησμόνησε τη γραφομηχανή. Το λαπ τοπ. Ως γραφομηχανή και μόνο. Αλλά με τι ευκρίνεια γράφονταν οι αποτυχίες. Και τι νοικοκυρεμένα. Ούτε σκόρπια χαρτιά, ούτε να χάνω τις σελίδες, ούτε να σκίζω τα σωστά αντί για τα λάθη, μη ξεχωρίζοντας ποιο το σωστό και ποιο το λάθος -ούτως ή άλλως δύσκολη πάντα δουλειά. Ομως, τα γράμματα που έγραψα, που έστειλα ή δεν έστειλα, που ελήφθησαν ή δεν ελήφθησαν... υπ' όψιν, ήταν και παραμένουν, ο κρυφός ιερός τόπος, όπου συναντήθηκαν συναντιούνται, το χέρι με το μολύβι ή την πένα, για να τελέσουν το μυστήριο της εκ γενετής άρρηκτης σχέσης τους με ένα προσκύνημα στην χειροποίητη εικόνα της γραφής. Ναι, καυχιέμαι, ότι τα πιο επιτυχημένα παράπονα που έγραψα είναι χειρόγραφα. Η γραφή, πώς να κάνουμε, όσο κι αν ταξιδέψει και αν ζήσει στα ξένα... μέσα, κάθε τόσο, εκεί που γεννήθηκε θα επιστρέφει: στο ένστικτό της. «Το μελάνι δίνει άλλη θερμοκρασία»του Δημήτρη Κοσμόπουλου: ποιητή, δοκιμιογράφουΣτην ηλικία των εννέα περίπου ετών, η Μάνα μου -δημοδιδασκάλισσα σε ορεινό χωριό της Μεσσηνίας- μας ασκούσε στην καλλιγραφία.
Με κονδυλοφόρο και καλαμάρια βαθέος μπλε, αλλά και μαύρου μελανιού. Κομψότατα, της φίρμας «Μενούνος». Τα επαρχιακά χαρτοβιβλιοπωλεία διέθεταν το είδος σε αφθονία. Είταν ο καιρός που μας μάθαινε την γλώσσα του Παπαδιαμάντη και την Γραμματική του Τζαρτζάνου. Η πρόοδός μου στην καλλιγραφία, νοστίμιζε τον άχαρο, για κάθε παιδί, σχολικό καταναγκασμό. Δώρο των γονιών μου, η πρώτη πένα. Parker, με αντλία -αμπούλες τότε, αρχές του '72, δεν υπήρχαν. Εκτοτε διαμορφώθηκε ο γραφικός μου χαρακτήρας και η αγάπη στο καλό χαρτί, δίχως γραμμώσεις. «Σε κάθε τι υπάρχει μια σωματική στάση», μας είπε ο Σεφέρης. Πολλώ δε μάλλον στην γραφή. Και στην ανάγνωση. Η πάλη με τις λέξεις, σημαίνει προσπάθεια. Σωματική. «Αδελφέ Ιωάννη, ο λιχανός της δεξιάς μου έχει δαρμούς και πόνους, η μέση μου πονεί» έγραφε, με τον σεσυρμένο από μυστικούς ανέμους γραφικό του χαρακτήρα, ο Παπαδιαμάντης στον Βλαχογιάννη, στα 1908. Οι συνέπειες είναι, ίσως, οδυνηρές. Αλλά τι φταις, όταν η σκέψη σου καταργείται μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή. Αντιλαμβάνομαι την γραφή ως χειρωνακτική τέχνη. Χειρώναξ: Ο άναξ, ο βασιλιάς των χεριών. Το μελάνι δίνει άλλη θερμοκρασία και υγρασία στις λέξεις. Που γυρεύουν το αίμα της ψυχής σου. Εξακολουθώ να επικαλούμαι τους χαλκέντερους της χειρωναξίας: Τον Παλαμά και τον Ρίτσο, τον Σεφέρη -που κάποτε γύριζε μανιωδώς νύχτα, για να βρει μελάνι σέπια, γιατί του 'χε τελειώσει. «Το μελάνι δίνει άλλη θερμοκρασία» του Δημήτρη Κοσμόπουλου: ποιητή, δοκιμιογράφουΣτην ηλικία των εννέα περίπου ετών, η Μάνα μου -δημοδιδασκάλισσα σε ορεινό χωριό της Μεσσηνίας- μας ασκούσε στην καλλιγραφία. Με κονδυλοφόρο και καλαμάρια βαθέος μπλε, αλλά και μαύρου μελανιού. Κομψότατα, της φίρμας «Μενούνος». Τα επαρχιακά χαρτοβιβλιοπωλεία διέθεταν το είδος σε αφθονία. Είταν ο καιρός που μας μάθαινε την γλώσσα του Παπαδιαμάντη και την Γραμματική του Τζαρτζάνου. Η πρόοδός μου στην καλλιγραφία, νοστίμιζε τον άχαρο, για κάθε παιδί, σχολικό καταναγκασμό. Δώρο των γονιών μου, η πρώτη πένα. Parker, με αντλία -αμπούλες τότε, αρχές του '72, δεν υπήρχαν. Εκτοτε διαμορφώθηκε ο γραφικός μου χαρακτήρας και η αγάπη στο καλό χαρτί, δίχως γραμμώσεις. «Σε κάθε τι υπάρχει μια σωματική στάση», μας είπε ο Σεφέρης. Πολλώ δε μάλλον στην γραφή. Και στην ανάγνωση. Η πάλη με τις λέξεις, σημαίνει προσπάθεια. Σωματική. «Αδελφέ Ιωάννη, ο λιχανός της δεξιάς μου έχει δαρμούς και πόνους, η μέση μου πονεί» έγραφε, με τον σεσυρμένο από μυστικούς ανέμους γραφικό του χαρακτήρα, ο Παπαδιαμάντης στον Βλαχογιάννη, στα 1908. Οι συνέπειες είναι, ίσως, οδυνηρές. Αλλά τι φταις, όταν η σκέψη σου καταργείται μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή. Αντιλαμβάνομαι την γραφή ως χειρωνακτική τέχνη. Χειρώναξ: Ο άναξ, ο βασιλιάς των χεριών. Το μελάνι δίνει άλλη θερμοκρασία και υγρασία στις λέξεις. Που γυρεύουν το αίμα της ψυχής σου. Εξακολουθώ να επικαλούμαι τους χαλκέντερους της χειρωναξίας: Τον Παλαμά και τον Ρίτσο, τον Σεφέρη -που κάποτε γύριζε μανιωδώς νύχτα, για να βρει μελάνι σέπια, γιατί του 'χε τελειώσει. Και τις επάλληλες γραφές και αντιγραφές στα έργα του Μπαλζάκ ή του Ντοστογιέφσκι. Οι μικροί μου γιοι με δουλεύουν. Με προτρέπουν να προσαρμοσθώ. Ομως η γυναίκα μου καταλαβαίνει και μου πληκτρολογεί τα οριστικά κείμενα για τον εκδότη. Αλλωστε, οι φιλόσοφοι ισχυρίζονται πως ζούμε στην εποχή της «αυτοπραγμάτωσης». Αλλοι -υποβοηθούντων των υπολογιστών- με μυθιστορήματα 750 σελίδων (το minimum). Αλλοι με τις πένες, τα μελάνια και τα εύλαλα χαρτιά. Που ζητούν να βουτήξεις.

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ

Οι φωτογραφίες είναι από την πρώτη παρουσίαση του βιβλίου μου ΤΑ ΡΟΔΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ που έγινε στον Ιανό στις 18/10/11.



Η συγγραφέας και φίλη κ. Ελένη Τσαμαδού μιλάει για το βιβλίο. Δίπλα της ο ηθοποιός Αυγουστίνος Ρεμούνδος ο οποίος μαζί με την ηθοποιό Ζαχαρούλα Οικονόμου διάβασαν αποσπάσματα του βιβλίου και έδωσαν ζωή με τη μοναδική τους φωνή στους ήρωές μου.
Ο καθηγητής και συγγραφέας κ. Δημήτρης Μπουραντάς μιλάει για το βιβλίο.
στο πάνελ οι Ζαχαρούλα Οικονόμου, Δημήτρης Μπουραντάς, εγώ, ΈλένηΤσαμαδού και Αυγουστίνος Ρεμούνδος

Ο εκδότης μου κ. Θάνος Ψυχογιός με την συγγραφέα κ. Κώστια Κοντολέων




Η Ζαχαρούλα Οικονόμου μελετά το βιβλίο.


Με την Λίλη Σπαντιδάκη από το τμήμα Δημοσίων Σχέσεων των εκδόσεων Ψυχογιός







Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Οι κόρες της αυγής, της Πένυ Παπαδάκη

http://www.psichogios.gr/site/Books/show?cid=1000596

ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ της Πένυς Παπαδάκη



Tη συγγραφέα Πένυ Παπαδάκη είχαν την τιμή να τη γνωρίσω με τα παιχνίδια ζωής, το πρώτο βιβλίο της το οποίο εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ψυχογιός και ν’ ανακαλύψω στη συνέχεια τα προηγηθέντα έργα της Αντίο Φιλενάδα, το Ζείμπέκικο της Κατίνας και το Φως στις Σκιές. Και αν ο τίτλος παιχνίδια ζωής δεν είχε δοθεί στο προηγούμενο μυθιστόρημά της, θα έλεγα πως θα ταίριαζε άψογα σ’ αυτό το βιβλίο που αντικατοπτρίζει στη συγγραφική της συνείδηση τον έντονο κοινωνικό προβληματισμό και την πρόθεσή της να προσεγγίζει τους ψυχολογικούς μοχλούς που επηρεάζουν τις ανθρώπινες συμπεριφορές.

Με κύριο χαρακτηριστικό του βιβλίου την απλότητα και την αμεσότητα των ηρώων, η κυρία Παπαδάκη στήνει δύο παράλληλα σκηνικά όπου οι άνθρωποι δοκιμάζονται σε διαφορετικές συνθήκες. Θα τολμούσα να πω ότι το βιβλίο μου έδωσε την εντύπωση ότι η συγγραφέας του προέβη σε ένα βαθυστόχαστο κοινωνικό πείραμα. Παρακολουθεί μυθιστορηματικά το ρόλο του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος και του κοινωνικού περίγυρου στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και στη σμίλευση της υγιούς ή μη ψυχολογίας του ανθρώπου. Για το λόγο αυτό σχεδόν όλοι οι ήρωές της έχουν και τον συμβολιστικό τους αντίποδα.

Μα ας πάρουμε τα πράγματα με μια σειρά:

Η ιστορία ξεκινά σ’ ένα χωριό του Ολύμπου όπου δίνεται η ευκαιρία στη συγγραφέα να μας παρέχει πολλά ηθογραφικά στοιχεία της περιοχής και συγχρόνως προσφέρει υπαινικτικά το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο. Ο Λάμπρος, επιλέγει για σύζυγό του την όμορφη Μαριώ με την οποία κάνει οικογένεια και αποκτά δυο γιους με διακαή επιθυμία να αποκτήσει μια κόρη. Η λατρεία της συζύγου του προς το πρόσωπό του την οδηγεί να προχωρήσει άμεσα μετά το δεύτερο αγόρι σε μια ακόμη εγκυμοσύνη δίχως να ενημερώσει τον σύζυγό της για την προειδοποίηση του γιατρού ότι θα ήταν επικίνδυνη μια ακόμη γέννα. Η παρακοή της Μαριώς της κοστίζει τη ζωή της καθώς πάνω στον τοκετό, εξασθενεί και πεθαίνει, αφήνοντας ολομόναχο τον σύζυγό της που αναλαμβάνει την φροντίδα τριών παιδιών με τη βοήθεια της πεθεράς του. Ο Λάμπρος ακρωτηριάζεται συναισθηματικά μετά το θάνατο της γυναίκας του και τρέφει μίσος για το νεογέννητο κορίτσι, την Ολυμπία, δίχως να γνωρίζει ότι η γυναίκα του πήρε μαζί της κι ένα ακόμη βαρύτιμο μυστικό.

Από το σημείο αυτό και μετά, ο αναγνώστης παρακολουθεί πώς η ηρωίδα επιβιώνει σ’ ένα οικογενειακό περιβάλλον δίχως τη φροντίδα, την τρυφερότητα και τη στοργή του γονιού και των αδερφών της και πώς, εξαιτίας αυτής της δυσχερούς συνθήκης, αναζητά από τα μαθητικά της χρόνια την στοργή και την αποδοχή από έναν άντρα ο οποίος εκμεταλλεύεται τις συναισθηματικές της ανάγκες, την εξαπατά και την βιάζει σωματικά και ψυχικά.

Η βία και η κακοποίηση που έχει υποστεί από την αδιαφορία του περίγυρου, ευρύτερου και οικογενειακού, γίνονται αιτία η Ολυμπία να απωλέσει την εμπιστοσύνη της στους ανθρώπους σε τέτοιο βαθμό ώστε να ευνουχιστεί ακόμη και το στοιχειώδες ερωτικό ένστικτο. Η Ολυμπία πάσχει από συναισθηματική πλέον αναπηρία η οποία δεν θεραπεύεται ούτε όταν εμφανίζεται στη ζωή της ο εκ πρώτης όψεως άψογος υποψήφιος σύντροφος, φίλος του μεγάλου αδελφού της.

Παρά ταύτα, προκειμένου να απαγκιστρωθεί από το πατρικό οικογενειακό περιβάλλον, θάβει μέσα σ’ αυτό το γάμο όλα της τα όνειρα για μια προσωπική δημιουργική εξέλιξη και για σπουδές και αποκτά ένα γιο με τον άντρα ο οποίος άσκοπα αναμένει κάποτε να σπάσει ο πάγος ανάμεσά τους. Όπως επισημαίνει η Πένυ Παπαδάκη δεν μπορείς να κανείς να πληρωθεί από άδειο ταμείο και κατά συνέπεια το μωρό δεν εισπράττει στοργή και αγάπη από τη μητέρα του, όπως και η Ολυμπία δεν τράφηκε με τρυφερότητα και φροντίδα από τον πατέρα της ενώ παράλληλα δοκιμάζει όχι απλώς την αδιαφορία του αδερφού της Ηρακλή μα το μίσος του, για ένα λόγο που αποτελεί το δεύτερο βαρύτιμο μυστικό του βιβλίου.

Το δεύτερο σκηνικό που παραστατικότητα στήνει η κυρία Παπαδάκη αφορά την ανατροφή της Χρυσαυγής από τον Διονύση, παιδικό φίλο του Λάμπρου και δάσκαλο του χωριού, ο οποίος αναλαμβάνει τη φροντίδα ενός εγκαταλελειμμένου, ανάπηρου παιδιού δίχως καμία υποχρέωση. Το μεγαλώνει με όση στοργή και αγάπη είχε φυλαγμένη μέσα του και αδυνατεί να αποκαλύψει τόσο στο ίδιο το κορίτσι  όσο και στον βιολογικό πατέρα του την ένοχη αλήθεια όταν διαπιστώνει την τραγική μοίρα που το ακολουθεί. Το τρίτο αυτό μυστικό κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη κι επιπροσθέτως, θέτει τις βάσεις για την κάθαρση που επέρχεται στο τέλος του έργου.

Η Χρυσαυγή, το όνομα της δεύτερης ηρωίδας, κατατρύχεται από τη σωματική της αναπηρία μα παρότι αναγκάζεται να περάσει τη ζωή της σε ένα αναπηρικό καροτσάκι, η συγγραφέας καταδεικνύει το ρόλο της στοργής και της αυτοπεποίθησης που μπορεί αυτή να προσφέρει σε ένα άτομο, ώστε ακόμη και όταν έχει κάποιο σωματικό πρόβλημα, να υποσκελίζει τα εμπόδια της ζωής. Η Χρυσαυγή παρά το πρόβλημά της είναι ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος έτοιμος να παλέψει σε κάθε αντιξοότητα εν αντιθέσει με την Ολυμπία που αδυνατεί να διαχεριστεί την ίδια της τη ζωή.

Το μήνυμα της συγγραφέως είναι απολύτως σαφές και δίνεται με τον παραστατικότερο τρόπο ενώ ο λιτός, καθηλωτικός και αποφθεγματικός της λόγος δίνει στο κείμενο ενάργεια, αμαεσότητα και σεναριακή θα έλεγε κανείς αποτελεσματικότητα στην αποκρυστάλλωση των ιδεών που η κυρία Παπαδάκη επιθυμεί λογοτεχνικά να αναδείξει..

Η παράλληλη δράση που πετυχαίνει αφενός και η διαπλοκή των δύο ιστοριών με κεντρικό πρόσωπο τον αδερφό Ηρακλή και το μίσος που τρέφει αρχικά για την αδερφή του Ολυμπία, αποτελούν μια καταλυτική ανατροπή και συνάμα το έξοχο εκείνο εύρημα που συμβάλλει αφενός στην προώθηση της ιστορίας, αφετέρου στην απεμπλοκή των ηρώων από τα ενοχικά σύνδρομα που τους ταλαιπωρούν και έχουν προκληθεί από την απουσία της στέρεης βάσης της πατρικής συμπαράστασης και παρουσίας στη διάρκεια της γαλούχησης και ενηλικίωσής τους.

Όλοι τους μεγαλώνουν με το πρόβλημα της απόρριψης και με το κενό που τους προκαλεί η αδιαφορία ή μάλλον η ανυπαρξία του πατέρα τους Λάμπρου ο οποίος είναι  παρών απών κατά τη διάρκεια της ανατροφής τους ενώ η αφείδωλη στοργή της γιαγιάς τους δεν καταφέρνει να καλύψει τις μαύρες τρύπες της ψυχολογίας τους.

Την πλοκή βεβαίως, τα ευρήματα και τη λύση του δράματος δεν θα έκανα το σφάλμα να σας τα αποκαλύψω για ευνόητους λόγους.

Αξίζει όμως να αναφέρω κάποια ιδεολογικά και αισθητικά χαρακτηριστικά του βιβλίου ώστε ο αναγνώστης να είναι προϊδεασμένος και να διακρίνει πίσω από την πολύ ευκολοδιάβαστη, με λόγο ρέοντα ιστορία, τα μηνύματα και τις σύνθετες ιδέες που είναι κρυμμένες πίσω απ’ τις οικείες λέξεις της συγγραφέως.

Οι ήρωές της είναι άνθρωποι καθημερινοί, απλοί, άνθρωποι της διπλανής πόρτας κατά τη δεκαετία του ’70, με τις πληγές εκείνες που συνθέτουν τον καμβά ενός τραγικού διαχρονικά πεπρωμένου, ωστόσο ανάγονται σε σύμβολα καθώς καθένας τους έχει το συμβολιστικό αντίποδά του.

Η Ολυμπία, έχει ως αντίποδά της την Χρυσαυγή, ο εξ αίματος πατέρας της πρώτης, τον Διονύση, τον άνθρωπο που αναλαμβάνει από ηθικό και μόνο χρέος τον πατρικό ρόλο στη ζωή της δεύτερης, ο  αμοραλιστής, τζογαδόρος αδερφός Μάρκος, τον ισορροπημένο και υποδειγματικό αδερφό τους Ηρακλή. ΠροΪούσης της πλοκής σπουδαίες ανατροπές λαμβάνουν χώρα στο έργο και μέσα από ένα παιχνίδι φωτοσκίασης, οι  δυνατοί αποδεικνύονται αδύναμοι, οι αδύναμοι αποκτούν εκείνες τις δυνάμεις που τους επιτρέπουν να υψώσουν το ανάστημά τους και να  γυρέψουν το χαμένο τους δίκιο και εν κατακλείδι, οι θύτες ανάγονται σε θύματα και αντίστροφα..

Αμείλικτο το κατηγορώ προς τους γονείς, θυμίζει το κατηγορώ του Κάφκα στις επιστολές προς τον πατέρα του καθώς ο Μάρκος, η Ολυμπία και ο Ηρακλής καθένας μόνος του και όλοι μαζί σε μια συγχορδία άλλοτε εκδίκησης και άλλοτε εξιλέωσης επισημαίνουν στον Λάμπρο τις παραλείψεις και τα σφάλματά του τα οποία κατέληξαν να αναχθούν σε εγκλήματα στο πεπρωμένο των παιδιών, Τα παιδιά άλλοτε μισούν και εκδικούνται και άλλοτε συγχωρούν και κατανοούν μέσα σ’ αυτό το βιβλίο. Το σίγουρο όμως είναι ότι εκφράζουν τα συναισθήματά τους έπειτα από μακρόχρονη σιωπή και καταπίεση.  .

Ζητήματα καίριας σημασίας όπως η θέση της γυναίκας στις μικρές επαρχιακές κοινωνίες της δεκαετίας του 1970, το ευαίσθητο θέμα της ομοφυλοφιλίας ιδωμένο αφενός μέσα από τα μάτια του γονιού και του κοινωνικού περίγυρου αλλά και από τη θέση του προσώπου που ταλανίζεται από αυτή την ιδιαιτερότητα, η μεστή στοχαστικότητας φράση της Έλλης Αλεξίου «Τα παιδιά όταν είναι μικρά μας αγαπούν, όταν μεγαλώσουν μας κρίνουν, κι αν είμαστε τυχεροί, καμιά φορά μας συγχωρούν», αποτελούν μερικούς από τους πυρήνες αυτού του ηθογραφικού πολυεπίπεδου μυθιστορήματος όπου ο άμεσος, φυσικός διάλογος και η δυναμική, γρήγορη χρήση της γλώσσας συνθέτουν τόσο την εξωτερική όσο και την εσωτερική δράση των ηρώων.   

Η έντονη θεατρικότητα του κειμένου και ο λιτός, μεστός λόγος αποτελούν τα ατού των εκφραστικών μέσων της συγγραφέως ενώ η κυκλική δομή του εξασφαλίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη απ’ την πρώτη έως την τελευταία του λέξη.

Τελειώνοντας θα ήθελα να επισημάνω ότι σημαντική λογοτεχνική κατάθεση αποτελούν ακριβώς η αρχή και το τέλος του κειμένου, δηλαδή το κείμενο με αφετηρία την ομηρική τεχνική in media res, αρχίζει από μια δεδομένη στιγμή της Ολυμπίας και σε όλη τη διάρκειά του εξηγεί πώς η ηρωίδα έφτασε σ’ αυτή τη χωροχρονική δράση και συγκεκριμένα:

Η αρχή...

Μπρος πίσω... μπρος πίσω... ξανά και ξανά

Η Ολυμπία, ένα ανθρώπινο εκκρεμές, καθισμένη στις ξύλινες σκάλες του παλιού σπιτιού της, σάπιες κι αυτές σαν το μυαλό της, κινούνταν πέρα δώθε με τις ώρες, μπρος πίσω μπρος πίσω. Σαράκια καταβρόχθιζαν με το πέρασμα των χρόνων ξύλα και ψυχές.

Και το τέλος...

Και μπρος πίσω... ξανά και ξανά... Με ένα φτυάρι πάντα στο χέρι, μα τώρα όλοι γνώριζαν τι συμβόλιζε.

Η Χρυσαυγή ρωτούσε με τον γλυκό, ήρεμο τρόπο της:

Γιατί κρατάς το φτυάρι Ολυμπία μου;

Γιατί θα πάω σε κηδεία.

Και ποιον θα κηδέψεις, γλυκειά μου;

Το παρελθόν μου.

Το γεγονός ότι αποκάλυψα τις τελευταίες λέξεις της συγγραφέως, όπως θα διαπιστώσατε, δεν αποδυναμώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη να διαβάσει το βιβλίο καθώς η κυκλική δομή επικεντρώνει το ενδιαφέρον του κοινού στο ταξίδι, στην επαφή με τις ιδέες, τη γλώσσα, την ιστορία και την πλοκη που αριστοτεχνικά η συγγραφέας μας χαρίζει. Καθένας μέσα από αυτό το βιβλίο θα ανταμωθεί  με κάποιες δικές του πληγές και γνωρίζουμε όλοι πως η λογοτεχνία μπορεί να μη γιατρεύει πληγές σίγουρα όμως τις εντοπίζει και συχνά τις απαλύνει μέσα από τη μαγική διαδικασία της ταύτισης.

Η Πένυ Παπαδάκη γνωρίζει αυτή την τέχνη πολύ καλά και προτείνω ανεπιφύλακτα με αυτό το βιβλίο να της επιτρέψουμε να γίνει η ξεναγός μας στις κατακόμβες της ψυχής μας.






Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΟΥ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΜΠΑΣΚΟΖΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

«Η λογοτεχνία είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης τριών κόσμων: Α. Του εσωτερικού κόσμου του συγγραφέα με ό,τι αυτό συνεπάγεται, (ψυχολογικά και συναισθηματικά χαρακτηριστικά, παιδικά τραύματα, χαρακτηριστικά προσωπικότητας) Β. Του εξωτερικού κόσμου: κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, συγκυρίες τόπου και χρόνου και Γ. Του λογοτεχνικού κόσμου, αυτού του εικονικού σύμπαντος που καλείται να διαμορφώσει ο συγγραφέας λογοτεχνίας κάθε φορά. Το πώς αλληλεπιδρούν, εναρμονιζονται ή αλληλοσυγκρούονται ετούτοι οι τρεις κόσμοι καθορίζουν αφενός την προσωπικότητα του ατόμου, αφετέρου τη συγγραφική συνείδηση, της οποίας οι εκδηλώσεις και οι καταγραφές αντικατοπτρίζονται στο παραγόμενο λογοτεχνικό δημιούργημα. Γιατί ξεκίνησα ετούτο το κείμενο κάπως βαρύγδουπα; Επειδή πολύ απλά και σχηματικά ήθελα να επισημάνω ότι το γράψιμο δεν είναι τίποτε άλλο από τον καθρέφτη της προσωπικότητάς μας, των ενδιαφερόντων και των ανησυχιών μας και πρωτίστως της κοσμοθεωρίας μας. Η κοσμοθεωρία ενός δεν είναι πιο «ποιοτική» από μια άλλη ούτε πιο σεβαστή. Η αντίληψή μου για την τέχνη διαμορφώθηκε από εμπνευσμένους δασκάλους τόσο στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών όσο και από τα προσωπικά μου διαβάσματα όπου η τέχνη εμπνεόταν και απευθυνόταν στον άνθρωπο και στις ψυχοσυναισθηματικές και νοητικές του ανάγκες. Γι’ αυτό και από χαρακτήρα μα και από πεποίθηση υπηρετώ έντεκα χρόνια τώρα το κοινωνικό-ερωτικό (και όχι αισθηματικό) μυθιστόρημα όπως αναφέρθηκε στο άρθρο της στήλης «Πίσω από τη βιτρίνα» στο Βήμα της Κυριακής, με συχνή χρήση ιστορικής ατμόσφαιρας. Νομίζω ότι έχει γίνει μια πολύ σοβαρή παρανόηση από την πλευρά της επίσημης προσέγγισης της έννοιας συγγραφέως. Συγγραφέας είναι εκείνος που αποτυπώνει με ένα προσωπικό, ιδιαίτερο τρόπο την οπτική του για το εσωτερικό και εξωτερικό γίγνεσθαι, που στην περίπτωση της μυθιστοριογραφίας, συμβολοποιούνται μέσω του μύθου με ήρωες και δράσεις χάρη στην εικονική πραγματικότητα-μύθο που δημιουργεί ο συγγραφέας. Λογοκρισία στην κοσμοθεωρία του δημιουργού δεν είναι εφικτό να γίνει, γιατί τότε καταστρατηγείται η καλλιτεχνική ελευθερία. Το έργο το κρίνουμε αυτό καθεαυτό για το λογοτεχνικό αποτέλεσμα και όχι μόνο για τη θεματολογία του ούτε φυσικά για την ευπωλητότητά του. Εκτός κι αν, έπειτα από έντεκα χρόνια ενασχόλησης με τη θεωρία και την πράξη της λογοτεχνίας θεωρούμαι ότι δεν γνωρίζω να χειρίζομαι την Ελληνική γλώσσα. Ένας συγγραφέας μπορεί να επιθυμεί να διερευνήσει μέσω ενός μύθου ποικίλες ψυχολογικές, κοινωνικές, ιδεολογικές κλπ εκφάνσεις της ανθρώπινης ψυχής ή της ανθρώπινης κοινωνίας. ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ ΤΡΟΠΟ. Ποιοι είναι οι ειδικοί που θα αποφανθούν ποιος είναι αυτός ο τρόπος; Σχηματικά μοντέλα έκφρασης δεν υπάρχουν απόλυτα ούτε στις επιστημονικές εργασίες πόσο μάλλον στην τέχνη. Ωστόσο, να μου επιτρέψετε να πω ότι δεν αποτελεί περισσότερο τέχνη από τη δική μου ένα μυθιστόρημα με πολιτικό προσανατολισμό και με εκφραστικά μέσα στα οποία οπωσδήποτε θα πρέπει σε να υπάρχει συγκεκριμένη προσέγγιση και μάλιστα από τη σεξουαλική σκοπιά του ερωτικού πεδίου. Αιώνες επίσης απασχόλησε την κριτική αυτό το είδος που με τόσο χλευασμό διασύρεται ως κατώτερο είδος της λογοτεχνίας, το «κοινωνικό ερωτικό» μυθιστόρημα το οποίο έχει αποδείξει ότι είναι το μόνο που διαχρονικά επιβιώνει και αναδεικνύεται σε κλασικό. Θα απαντήσω λοιπόν επιχειρηματολογημένα ότι είμαι συγγραφέας έντεκα χρόνια τώρα αφενός επειδή δουλεύω πάρα πολύ τα εκφραστικά μου μέσα έτσι ώστε να είναι παράγωγα λογοτεχνικής συναίσθησης και αφετέρου επειδή η θεματολογία μου κινείται γύρω από δύο καθοριστικούς πόλους, τον έρωτα και την κοινωνία αλληλεπιδρώντας. Ο έρωτας δεν είναι παρά το πεδίο μέσα στο οποίο εντάσσω τις κοινωνικές δράσεις και συμπεριφορές των ηρώων μου ώστε να τους παρατηρήσω και εγώ και ο αναγνώστης όσο γίνεται ανετότερα και βαθύτερα. Η ερωτική μοναξιά ή η ερωτική οδύνη μετατρέπονται σε αποκωδικοποιητές των ανθρώπινων προσωπικοτήτων και συμπεριφορών. Σημαντικό για έναν συγγραφέα είναι να γνωρίζει τους στόχους του και πώς θα τους επιτύχει. Εξ ού και τα έργα μου ανήκουν στα best seller στα ευπώλητα δηλαδή μυθιστορήματα χωρίς να διεκδικώ την κορυφή των στηλών, επειδή ο κύριος προβληματισμός και στόχος μου είναι η επικοινωνία με τον αποδέκτη και η μετάδοση των μηνυμάτων μου. Εκείνο που κατεξοχήν με ενόχλησε είναι η διάκριση των όρων μπεστσελερίστα και συγγραφέα. Δεν πρόκειται για δύο διαφορετικές έννοιες. Ένας συγγραφέας μπορεί να είναι μπεστεσελερίστας ή όχι, ένας μπεστσελερίστας είναι σίγουρα συγγραφέας είτε αυτό είναι αρεστό είτε όχι. Το γεγονός της ευπωλητότητας των βιβλίων θεωρώ άδικο να λειτουργεί ταπεινωτικά από κάποιους που ταυτίζουν το λαΪκό με το λαΪκίστικο, το εύληπτο με του ανούσιο, το γυναικείο με το κατώτερο. Για να χρησιμοποιήσω έκφραση του αρθρογράφου, φρίαξα όταν διάβασα στο κείμενο ότι τα παλαιά μέλη «φρίαξαν» με την υποβολή της αίτησής μου, όπως επίσης ενίσταμαι στη μη χρησιμοποίηση για το πρόσωπό μου του όρου : συγγραφέας. Ο όρος μπεστσελερίστα για ολόκληρο τον κόσμο είναι τιμητικός και ευσεβής πόθος κάθε δημιουργού ως δείκτης απήχησης του έργου του, εκτός από την επίσημη κριτική της Ελλάδας. Και ρωτώ το λόγο: Δεν είναι δημοκρατικό και αναφαίρετο δικαίωμά μου να υποβάλλω μία αίτηση για να ενταχθώ σε ένα συνδικαλιστικό όργανο; Η Εταιρεία συγγραφέων διεκδικεί το αλάθητο της κρίσης και της αξιολόγησης των συγγραφέων; Ποια πρόσωπα είναι οι «πάπες» της σύγχρονης λογοτεχνίας και κριτικής; Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, για ποιο λόγο δεν αναφέρουν σαφή κριτήρια στις προϋποθέσεις της αίτησης για την εταιρεία τους; Γιατί δεν αναγράφουν ότι όσοι πουλούν πάνω από τόσα αντίτυπα δεν γίνονται μέλη να μην μπουν στον κόπο και κουβαλήσουν τα βιβλία τους; Είμαι έντεκα χρόνια στο χώρο, έχω εκδώσει εννέα βιβλία (8 μυθιστορήματα και 1 δοκίμιο), εκδίδομαι από έγκριτο εκδότη. Αποσπάσματα έργου μου έχουν ενταχθεί σε φιλολογική ανθολογία (Κοροβίνη), έχουν πωληθεί δικαιώματα έργου μου για μετάφραση Διαθέτω θεωρητικό υπόβαθρο πάνω στη λογοτεχνία και συνεχίζω να ασχολούμαι με την θεωρητική εξειδίκευσή μου στον τομέα αυτό. Υπέβαλα αίτηση σε ένα συνδικαλιστικό φορέα που θεωρώ ότι μπορώ να τον βοηθήσω και να με βοηθήσει για κάποιες προσωπικές και κοινωνικές διεκδικήσεις που αφορούν στη συγγραφική μου ιδιότητα (διεκδίκηση σύνταξης, διαμόρφωση ασφαλιστικού Ταμείου, μεταφράσεις στο εξωτερικό, συνέδρια αλλά και οργανωμένη κοινωνική δράση, παρουσιάσεις σε σχολεία, στήριξη του εκπαιδευτικού μοντέλου ως προς το κομμάτι της λογοτεχνίας, φιλαναγνωσία κλπ). Θεωρώ το λιγότερο άκομψο να γίνονται αυτές οι σχηματικές διακρίσεις ανάμεσα στο ευπώλητο και μη βιβλίο και στον παραγκωνισμό του κοινωνικού ερωτικού μυθιστορήματος όταν κάποιος το υπηρετεί με σεβασμό και ευσυνειδησία. Καλό είναι να υπερβούμε αυτές τις μικρότητες και τις ανούσιες αοριστολογίες και να ασχοληθούμε με την κοινωνία και τον άνθρωπο που τον έχουμε αφήσει δίχως πνευματικούς καθοδηγητές σε τούτους τους χαλεπούς καιρούς, καθώς η εγωκεντρικότητα και η μισαλοδοξία έχουν εισχωρήσει επικίνδυνα και στην τέχνη. Σας ευχαριστώ. Πασχαλία Τραυλού. ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΜΠΑΣΚΟΖΟΥ(23 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ) ΤΟ ΒΗΜΑ Ποιος θεωρείται συγγραφέας; Η Εταιρεία Συγγραφέων στα 30 χρόνια λειτουργίας της βρίσκεται πάλι µπροστά σε ένα τέτοιο ερώτηµα: ποιος θεωρείται συγγραφέας; Το ερώτηµα επιδέχεται δύο απαντήσεις. Η πρώτη: αν ο ίδιος ο συγγραφέας δηλώσει ότι θεωρεί τον εαυτό του συγγραφέα (αρκεί βεβαίως να έχει εκδώσει τουλάχιστον ένα βιβλίο). Η δεύτερη: αν σε παραδεχτεί το σινάφι ως συγγραφέα. Η Πασχαλία Τραυλού, συγγραφέας ευπώλητων κοινωνικο-αισθηµατικών βιβλίων, υπέβαλε αίτηση να γίνει µέλος στην Εταιρεία Συγγραφέων. Την υποστήριξη της υποψηφιότητάς της ανέλαβε το µέλος της Εταιρείας, συγγραφέας Μάνος Κοντολέων, µε τη συνυποστήριξη νεαρότερων µελών της Εταιρείας που συγγραφικά ακολουθούν ασύµπτωτες πορείες µε την κυρία Τραυλού (κατά τεκµήριο και κατά δήλωσή τους). Είναι ο Κώστας Ακρίβος, ο Αλέξης Σταµάτης, ο ∆ηµήτρης Σωτάκης, ο Κωνσταντίνος Τζαµιώτης, ο Αρης Σφακιανάκης και ο Γιώργος Μανιώτης. Εννοείται ότι οι παλιότεροι φρύαξαν µε την ιδέα ότι µια µπεστελερίστα θα µπει στις τάξεις των ποιοτικών (λιγότερο ή περισσότερο) µελών της Εταιρείας. Βεβαίως η Εταιρεία Συγγραφέων έχει κανόνες εισδοχής των υποψήφιων µελών: υποβάλλεις αίτηση, κάποιοι σε στηρίζουν εγγράφως και κατόπιν η υποψηφιότητα τίθεται σε ψηφοφορία στο σύνολο των µελών της Εταιρείας. Τα µέλη αποφασίζουν τελικά ποιος είναι άξιος να µπει στις τάξεις τους. Η Εταιρεία Συγγραφέων συστάθηκε το 1981 ως «αντίπαλο δέος» στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, στην οποίαν εισέρρεαν, τότε, µε κοµµατική γραµµή πλήθος αυτοονοµαζόµενων λογοτεχνών. Σήµερα, αν η Εταιρεία αυτοπροσδιοριστεί ως αµιγώς επαγγελµατικό σωµατείο, πρέπει να δεχτεί οποιονδήποτε συγγραφέα του οποίου τα βιβλία πωλούνται στην αγορά. Αν πάλι θέλει να δώσει έµφαση στην πολιτιστική της διάσταση και στην «ποιότητα», τότε θα συνεχίσει να κάνει επιλογές. Σε κάθε περίπτωση τα µέλη της Εταιρείας Συγγραφέων έχουν τον λόγο. Και κάτι τελευταίο. Σήµερα οι συγγραφείς στην Ελλάδα, οι οποίοι έχουν εκδώσει τουλάχιστον τρία βιβλία σε εκδότη, είναι γύρω στους 2.000 (στοιχεία ΕΚΕΒΙ). Μια δύναµη σηµαντική, που όµως δεν έχει βρει τον λόγο της. Και εδώ υπάρχει ο ρόλος της Εταιρείας Συγγραφέων να παρέµβει πιο ουσιαστικά στην κοινωνικο-πολιτιστική µας ζωή και να τιµήσει έτσι µε τον καλύτερο τρόπο τα τριαντάχρονα ενός σωµατείου που η ιδρυτική του διακήρυξη φέρει τις υπογραφές κορυφαίων λογοτεχνών, µεταξύ των οποίων οι Αλ. Κοτζιάς, Π. Ζάννας, Μ. Πλωρίτης, Κ. Ταχτσής, Ελένη Βακαλό, Τατιάνα-Γκρίτση Μιλιέξ, Τίτος Πατρίκιος και άλλοι πολλοί. Τα σχόλια δικά σας!